Κεντρικές ιδέες Θεματικών Ενοτήτων

Εισαγωγή

Το περιπετειώδες ταξίδι του πιστού προς τη γνώση, την αλήθεια, την ελευθερία και την αγάπη αρχίζει με το «ξύπνημα», την αλλαγή του νου ή αλλιώς τη μετάνοια. Επιχειρείται να κατανοηθεί, πως αυτό είναι υπόθεση του καθενός και μια συνεχής στάση ζωής που απαιτεί προσπάθεια και συνέπεια. Οι μαθητές έχουν πολλές ευκαιρίες να αντιλαμβάνονται το σωστό και το λάθος, μέσα από τα ακούσματά τους, τις εμπειρίες της καθημερινότητάς τους και τη σχέση τους με τους άλλους. Μέσα από μια τέτοια κατανόηση, μπορούν στη συνέχεια να αναγνωρίσουν και να κατανοήσουν αντίστοιχες αναζητήσεις συμπεριφορές και στους πιστούς άλλων θρησκειών.

 

Γενικοί Στόχοι Ενότητας

Οι μαθητές:
α) εξετάζουν και αποτιμούν τη σημασία της αναγνώρισης του λάθους και του αγώνα για την υπέρβασή του ως χαρακτηριστικά της ηθικής ζωής και της πορείας προς την ωριμότητα
β) διακρίνουν και αποτιμούν τον ρόλο της μετάνοιας στη ζωή των προσώπων των βιβλικών διηγήσεων και των Αγίων
γ) επιβεβαιώνουν το μυστήριο της Μετάνοιας για τους Χριστιανούς ως πλαίσιο προσωπικής ίασης και καταλλαγής με τον Θεό, τον πλησίον και τον κόσμο
δ) αναγνωρίζουν τη νηστεία και την άσκηση σε άλλες θρησκείες.

 Χρόνος: 3 δίωρα   

Μαθήματα από Ψηφιακό Σχολείο

   

ΚΕΙΜΕΝΑ

Όλοι κάνουμε λάθη

Όλοι μας στην καθημερινή μας ζωή, ακόμα κι όταν δεν το θέλουμε, κάνουμε λάθη. Λάθη που πληγώνουν τους διπλανούς μας και τους απομακρύνουν από κοντά μας. Κάποιες φορές αυτά τα λάθη μπορεί να είναι πολύ μεγάλα και να οδηγούν σε καταστροφές.
Ωστόσο πάντα μπορούμε να διορθώσουμε τα λάθη μας. Χρειάζεται όμως να τα αναγνωρίσουμε και να τα καταλάβουμε. Να συναισθανθούμε τις συνέπειές τους και να θελήσουμε βαθιά απ’ την καρδιά μας να αλλάξουμε. Δηλαδή να μετανιώσουμε. Κι ακόμη παραπέρα, να ζητήσουμε συγνώμη απ’ αυτούς που πληγώσαμε και να αλλάξουμε συμπεριφορά.

 

Ζητώντας συχώρεση / δίνοντας συχώρεση

 

Από τις σκέψεις ενός δολοφόνου πριν παραδοθεί στις αρχές

Είχε θυμηθεί ξαφνικά τα λόγια της Σόνιας – «πήγαινε στο σταυροδρόμι, προσκύνησε τους ανθρώπους, φίλησε τη γη, γιατί αμάρτησες κι απέναντι σ’ αυτήν, και πες φωναχτά σ’ όλο τον κόσμο: Είμαι φονιάς».

Φ. Ντοστογιέφσκυ, Έγκλημα και Τιμωρία

 

Από μια ομιλία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, που αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των μαύρων και την ειρήνη και δολοφονήθηκε στα 39 του χρόνια:

«Καμιά συμβουλή του Χριστού δεν υπήρξε πιθανώς πιο δύσκολη στο να την ακολουθήσει κανείς από την εντολή ν’ αγαπάτε τους εχθρούς σας […] Με ποιον τρόπο να αγαπούμε τους εχθρούς μας;

Στην αρχή πρέπει να αναπτύξουμε και να διατηρήσουμε τη δυνατότητα της συγνώμης. Εκείνος που είναι ανίκανος να συγχωρεί είναι ανίκανος και ν’ αγαπά. Είναι αδύνατο και ν’ αρχίσει κανείς να αγαπά τους εχθρούς του χωρίς να έχει πρώτα αποδεχτεί την ανάγκη, την ακατάπαυστα ανανεούμενη, να συγχωρεί εκείνους που τον κακομεταχειρίζονται και τον αδικούν […]

Ο ένοχος μπορεί να ζητήσει συγνώμη. Δικαιούται να επιστρέψει στο σπίτι του, με την καρδιά του να τη δονεί η επιθυμία της συγνώμης, καθώς ο άσωτος γιος που περιπλανήθηκε σε κάποιο κακοτράχαλο δρόμο. Αλλά μονάχα ο άνθρωπος που κακόπαθε, ο πατέρας που τον ξανασυναντά γεμάτο αγάπη στο σπίτι, μπορεί να του προσφέρει τη συγνώμη του και να τον περιβάλλει με τη θερμότητά της.

Συγχωρώ δε σημαίνει πως ξεχνώ εκείνο που έγινε ή πως τοποθετώ μια ψεύτικη επιγραφή πάνω σε μια κατακριτέα πράξη. Συγχωρώ σημαίνει περισσότερο πως η πράξη αυτή έπαυσε να αποτελεί εμπόδιο στις σχέσεις. […]

Λογαριάζω τον εαυτό μου ευτυχισμένο γιατί ο Θεός που λατρεύουμε έχει ταυτόχρονα πνεύμα σταθερό και τρυφερή καρδιά. […] Τον έχουμε συμπαραστάτη στους αγώνες μας. Μας αναζητά μέσα στο σκοτάδι, υποφέρει μαζί μας και για μας, στην τραγική μοίρα των ασώτων που μας έλαχε.»

Μ. Λ. Κινγκ, Η δύναμη της αγάπης

 

Μετάνοια και συγχώρηση στη βιβλική εμπειρία

 

  1. Η συντριβή του Δαβίδ 

Το αμάρτημα του Δαβίδ

Όταν ήταν βασιλιάς ο Δαβίδ έπεσε σε ένα βαρύ αμάρτημα. Ένα απόγευμα, από το βασιλικό του δωμάτιο είδε μια πολύ όμορφη γυναίκα που έκανε το λουτρό της. Αμέσως έστειλε και ζήτησε πληροφορίες για αυτή τη γυναίκα. Του είπαν, λοιπόν, ότι αυτή είναι η Βηρσαβεέ, γυναίκα του Ουρία του Χετταίου.

Ο Δαβίδ, τυφλωμένος από την ομορφιά της, έστειλε τον Ουρία σε μια επικίνδυνη αποστολή για να σκοτωθεί. Όταν η Βηρσαβεέ έμαθε ότι σκοτώθηκε ο άντρας της, τον πένθησε και τον θρήνησε. Όταν πέρασε το πένθος, ο Δαβίδ έστειλε και την πήρε στο παλάτι κι έγινε γυναίκα του.

Τότε ήρθε στο παλάτι του Δαβίδ ο προφήτης Νάθαν, ο οποίος για να τον κάνει να νιώσει το λάθος του, του είπε μια ιστορία: «Κάποτε, βασιλιά μου, ήταν ένας πλούσιος άρχοντας μ’ αμέτρητα κοπάδια. Όταν έτυχε να φιλοξενήσει έναν άλλο άρχοντα, διέταξε κι έσφαξαν το μοναδικό αρνί που είχε ο φτωχός γείτονάς του. Λυπήθηκε να σφάξει ένα από τα δικά του».

«Αν βρίσκεται στο βασίλειό μου ο άδικος αυτός, πρέπει να τιμωρηθεί σκληρά!» είπε ο Δαβίδ. «Είσαι εσύ, βασιλιά μου!» του είπε ο Νάθαν και του θύμισε το αμάρτημά του.

Ο Δαβίδ μετάνιωσε πικρά για την πράξη του και ζήτησε τη συχώρεση του Θεού. Καρπός της μετάνοιας του Δαβίδ είναι ο πεντηκοστός Ψαλμός.

 Βασ Β΄ 11, 2-8 & 14-26 & 12, 1-7 & 13

 

«Ελέησόν με ο Θεός»

Σπλαχνίσου με, Θεέ, μες στην αγάπη σου∙

μες στην αμέτρητη ευσπλαχνία σου

συγχώρησε τα ανομήματά μου.

Πλύνε με ολόκληρον …

κι απ’ την αμαρτία μου καθάρισέ με.

Το ξέρω εγώ καλά το κρίμα μου,

το σφάλμα μου αδιάκοπα είναι στα μάτια μου μπροστά…

Πλύνε με, κι απ’ το χιόνι λευκότερος θα γίνω…

Φτιάξε μου, Θεέ, μια καθαρή καρδιά…

                                                      Ψλ 50

 

  1. «Κύριε υπόσχομαι να αποδώσω τα τετραπλάσια σε όσους αδίκησα»: Η ιστορία του Ζακχαίου

Στην πόλη Ιεριχώ έμενε ο Ζακχαίος, που η δουλειά του ήταν να εισπράττει φόρους. Ο Ζακχαίος έπαιρνε περισσότερα χρήματα απ’ όσα έπρεπε και είχε πλουτίσει. Όλος ο κόσμος το ήξερε, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα.

Μια μέρα που ο Ιησούς είχε έρθει στην πόλη, ο Ζακχαίος το άκουσε και ήθελε οπωσδήποτε να τον δει. Ήταν όμως κοντός και ο κόσμος ήταν πολύς. Δεν μπορούσε να δει τίποτα.

Ο Ζακχαίος δεν απογοητεύτηκε. Έτρεξε κι ανέβηκε σ’ ένα δέντρο. Από εκεί πάνω θα μπορούσε να δει καλά τον Ιησού όταν θα περνούσε. Ο Ιησούς, όταν έφτασε εκεί κοντά, είδε τον Ζακχαίο, στάθηκε και του είπε: «Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα, γιατί σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου».

Ο Ζακχαίος κατέβηκε γρήγορα από το δέντρο. Αμέσως έφερε τον Ιησού στο σπίτι του και τον υποδέχτηκε με πολλή χαρά. Όλοι στην Ιεριχώ που το είδαν αυτό διαμαρτύρονταν και έλεγαν: «Ο Ζακχαίος είναι αμαρτωλός. Ο Ιησούς δεν έπρεπε να μείνει στο σπίτι του!»

Ο Ζακχαίος όμως είπε στον Ιησού: «Έκανα αδικίες. Έπαιρνα περισσότερα χρήματα από όσα έπρεπε. Θέλω όμως να επανορθώσω. Τα μισά από τα υπάρχοντά μου θα τα δώσω στους φτωχούς. Και όποιος πλήρωσε περισσότερο θα πάρει από μένα πίσω το τετραπλάσιο!»

Ο Ιησούς τότε του είπε: «Σήμερα είναι μια ευτυχισμένη μέρα για σένα και για την οικογένειά σου. ο Θεός χαίρεται γιατί άλλαξες τρόπο να σκέφτεσαι και να ζεις. Κι εγώ γι’ αυτό ήρθα στον κόσμο, για να γυρέψω τους αμαρτωλούς και να τους σώσω».

Λκ 19, 1-10

 

  1. «Ήταν χαμένος και βρέθηκε»: Η παραβολή του σπλαχνικού πατέρα 

Ο Ιησούς διηγήθηκε μια ιστορία: «Κάποιος άνθρωπος είχε δύο γιους. Μια μέρα, ο μικρότερος είπε στον πατέρα του: «Πατέρα, δώσε μου το μερίδιο της περιουσίας που μου αναλογεί». Κι εκείνος τους μοίρασε την περιουσία. Ύστερα από λίγες ημέρες, ο μικρότερος γιος τα μάζεψε όλα κι έφυγε σε χώρα μακρινή. Εκεί σκόρπισε την περιουσία του κάνοντας άσωτη ζωή.

Όταν τα ξόδεψε όλα, έτυχε να πέσει μεγάλη πείνα στη χώρα εκείνη, κι άρχισε και αυτός να στερείται. Πήγε λοιπόν, κι έγινε εργάτης σε έναν από τους πολίτες εκείνης της χώρας, ο οποίος τον έστειλε στα χωράφια του να βόσκει χοίρους. Έφτασε στο σημείο να θέλει να χορτάσει με τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, αλλά κανένας δεν του έδινε.

Τελικά κάποια στιγμή συνήλθε και είπε: «Πόσοι εργάτες του πατέρα μου έχουν περίσσιο ψωμί, κι εγώ εδώ πεθαίνω της πείνας! Θα σηκωθώ και θα πάω στον πατέρα μου και θα του πω: «Πατέρα αμάρτησα στον Θεό και σε εσένα. Δεν είμαι άξιος πια να λέγομαι γιος σου. Πάρε με να σου δουλεύω σαν εργάτης σου». Σηκώθηκε, λοιπόν και ξεκίνησε να πάει στον πατέρα του.

Ενώ ήταν ακόμη μακριά, τον είδε ο πατέρας του, τον σπλαχνίστηκε, έτρεξε, τον αγκάλιασε σφιχτά και τον φιλούσε ασταμάτητα. Τότε ο γιος τού είπε: «Πατέρα, αμάρτησα στον Θεό και σε σένα και δεν αξίζω να λέγομαι παιδί σου». Ο πατέρας όμως γύρισε στους δούλους του και τους είπα: «Βγάλτε γρήγορα την καλύτερη στολή και ντύστε τον. Φορέστε του δακτυλίδι στο χέρι και σαντάλια στα πόδια του. Φέρτε και το καλοθρεμμένο μοσχάρι και σφάξτε το, να φάμε και να γιορτάσουμε∙ γιατί αυτός ο γιος μου ήταν νεκρός και αναστήθηκε, ήταν χαμένος και βρέθηκε». Έτσι άρχισε το πανηγύρι.

Ο μεγαλύτερος γιος του βρισκόταν στο χωράφι και καθώς ερχόταν και πλησίαζε στο σπίτι, άκουσε μουσικές και χορούς. Φώναξε, λοιπόν, έναν από τους υπηρέτες και ρώτησε να μάθει τι συμβαίνει. Εκείνος του είπε: «Γύρισε ο αδελφός σου, και ο πατέρας σου έσφαξε το καλοθρεμμένο μοσχάρι, γιατί ήρθε πίσω γερός».

Αυτός τότε θύμωσε και δεν ήθελε να μπει μέσα στο σπίτι. Ο πατέρας του βγήκε και τον παρακαλούσε, εκείνος όμως του αποκρίθηκε: «Εγώ τόσα χρόνια σού δουλεύω και ποτέ δεν παράκουσα καμιά εντολή σου∙ σε εμένα όμως, δεν έδωσες ποτέ ένα κατσίκι για να γιορτάσω με τους φίλους μου. Όταν όμως ήρθε αυτός ο γιος σου, που κατασπατάλησε την περιουσία σου στην ασωτία, μέχρι και το καλοθρεμμένο μοσχάρι έσφαξες για χάρη του». Αλλά ο πατέρας του του απάντησε: «Παιδί μου, εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου και ό,τι είναι δικό μου είναι και δικό σου. Έπρεπε όμως να γιορτάσουμε και να χαρούμε, γιατί ο αδελφός σου αυτός ήταν νεκρός και αναστήθηκε, ήταν χαμένος και βρέθηκε».

Λκ 15, 11-32

 

  1. «Μνήσθητί μου Κύριε, εν τη βασιλεία Σου»: Ο ληστής στον σταυρό

Μαζί με τον Χριστό σταύρωσαν και δύο άλλους δύο κακούργους. Αυτός που ήταν κρεμασμένος στα αριστερά του Ιησού, τον βλαστημούσε και του έλεγε: «Εάν εσύ είσαι ο Μεσσίας, σώσε τον εαυτό σου και εμάς». Τότε, ο άλλος γύρισε και του είπε: «Ούτε τον Θεό δε φοβάσαι εσύ; Δεν είσαι όπως κι εκείνος καταδικασμένος; Εμείς βέβαια δίκαια, γιατί τιμωρούμαστε για αυτά που κάναμε. Αυτός όμως δεν έκανε κανένα κακό». Και στον Ιησού έλεγε: «Θυμήσου με, Κύριε, όταν έρθεις στη Βασιλεία Σου». Ο Ιησούς του απάντησε: «Σε βεβαιώνω πως σήμερα κόλας θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο».

Λκ 23, 39-43

 

  1. «Σαούλ Σαούλ, τι με διώκεις;»: Η μεταστροφή του αποστόλου Παύλου

Ο Σαύλος άκουσε ότι πολλοί άνθρωποι στην πόλη Δαμασκό πίστευαν στον Ιησού. Πήγε τότε στον αρχιερέα και του είπε: «Θέλω να πάω στη Δαμασκό. Δώσε μου την άδεια να συλλάβω εκεί όσους πιστεύουν στον Ιησού και να τους φέρω πίσω δεμένους». Πράγματι, ο αρχιερέας του έδωσε την άδεια. Ο Σαύλος ξεκίνησε για τη Δαμασκό.

Όταν πλησίαζε στην πόλη, ξαφνικά τον φώτισε μια αστραπή από τον ουρανό. Έπεσε στη γη κι άκουσε μια φωνή να του λέει: «Σαούλ, Σαούλ, γιατί με καταδιώκεις;» Ο Σαύλος ρώτησε: «Ποιος είσαι, Κύριε;» Η φωνή απάντησε: «Εγώ είμαι ο Ιησούς, που εσύ τον καταδιώκεις. Σήκω όμως και μπες στην πόλη. Εκεί θα σου πούνε τι πρέπει να κάνεις».

Οι άντρες που συνόδευαν τον Σαύλο έμειναν με ανοιχτό το στόμα. Γιατί άκουγαν τη φωνή, δεν έβλεπαν όμως κανέναν. Ο Σαύλος σηκώθηκε πάνω και, ενώ τα μάτια του ήταν ανοιχτά, δεν έβλεπε τίποτε. Οι συνοδοί του τότε τον έπιασαν από το χέρι και τον οδήγησαν στη Δαμασκό. Τρεις μέρες ήταν τυφλός. Στο διάστημα αυτό ούτε έφαγε ούτε ήπιε.

Εκεί στη Δαμασκό ζούσε ένας μαθητής του Ιησού που τον έλεγαν Ανανία. Σ’ αυτόν φανερώθηκε σε όραμα ο Κύριος και του είπε; «Σήκω και πήγαινε στο σπίτι του Ιούδα στην οδό που λέγεται Ευθεία. Εκεί, ζήτησε κάποιον που λέγεται Σαύλος. Είναι εκεί και προσεύχεται».

Ο Ανανίας απάντησε: «Κύριε, έχω ακούσει από πολλούς πόσα δεινά έχει προκαλέσει αυτός ο άνθρωπος στους πιστούς στην Ιερουσαλήμ. Καταδιώκει και βάζει στη φυλακή όσους πιστεύουν σε σένα». Ο Κύριος όμως του είπε: «Πήγαινε», γιατί αυτόν τον διάλεξα εγώ για να με κάνει γνωστό σε όλα τα έθνη και στους άρχοντές τους και στον ισραηλιτικό λαό».

Τότε ο Ανανίας πήγε στον Σαύλο. Ακούμπησε τα χέρια του πάνω του και του είπε: «Σαούλ, αδερφέ, με έστειλε ο Κύριος, ο Ιησούς, για να ξαναβρείς το φως σου και να γεμίσεις με Άγιο Πνεύμα». Αμέσως τότε έπεσαν από τα μάτια του κάτι σαν λέπια και ξαναβρήκε το φως του. Σηκώθηκε, βαφτίστηκε, και κατόπιν έφαγε και συνήλθε.

Πραξ 9, 1-19

 

Συγγνώμη και άφεση στην παράδοση της Εκκλησίας

  1. Το μυστήριο της Μετάνοιας ή Εξομολόγησης

Στον αγώνα της ζωής, πολύ συχνά ο άνθρωπος λυγίζει και πέφτει. Η πτώση είναι τραγική όταν μέσα στον άνθρωπο δε λειτουργήσει το συναίσθημα της μεταμέλειας και η λαχτάρα να ξανακερδίσει τη ζωή του. Σ’ αυτόν τον δύσκολο αγώνα η χριστιανική Εκκλησία προσφέρει ένα στήριγμα. Είναι το μυστήριο της Μετάνοιας. Όσο μεγάλο κι αν είναι το λάθος και η αμαρτία ενός ανθρώπου τόσο πιο μεγάλη μπορεί να είναι η αγάπη και η συγνώμη του Θεού.

Έτσι, υπάρχουν ορισμένοι κληρικοί που έχουν μια ιδιαίτερη ικανότητα να επικοινωνούν και να ενισχύουν τους χριστιανούς που έχουν «πέσει». Αυτοί οι κληρικοί, με μόρφωση, ψυχολογική πείρα και απέραντη κατανόηση λέγονται «πνευματικοί». Με τρόπο μυστικό ανοίγουν τις ψυχές των ανθρώπων και τις ελαφρώνουν από το βάρος τους. Ο άνθρωπος εξομολογείται, ξεκλειδώνει δηλαδή την ψυχή του, ακουμπά το φορτίο της στο έλεος του Θεού και ο πνευματικός διοχετεύει στην ψυχή του πιστού το έλεος και την αγάπη του Θεού.

 

Η τέλεση του Μυστηρίου

Στην  Ορθόδοξη Εκκλησία, το μυστήριο της Μετάνοιας έχει τη μορφή μιας συζήτησης μεταξύ του πιστού και του ιερέα. Ο ιερέας απαγορεύεται πάντοτε αυστηρά να αποκαλύψει σε οποιοδήποτε το περιεχόμενο της εξομολόγησης. Το μυστήριο μπορεί να τελείται σε οποιονδήποτε χώρο μπορεί να υπάρχει ησυχία. Συνήθως, μέσα στον ναό, μπροστά στο εικονοστάσι ή σε κάποιο ιδιαίτερο χώρο, όπως κάποιο δωματιάκι. Τόσο ο πιστός όσο και ο ιερέας κάθονται. Όταν τελειώσει το στάδιο της εξομολόγησης, ο εξομολογούμενος γονατίζει και ο ιερέας τοποθετεί το πετραχήλι του στο κεφάλι του πιστού καθώς και το χέρι του ανάμεσα στο κεφάλι και το επιτραχήλιο και διαβάζει τη συγχωρητική ευχή. Αν το θεωρήσει αναγκαίο, μπορεί να επιβάλλει στον εξομολογούμενο κάποιο επιτίμιο.

Στη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, το μυστήριο λαμβάνει χώρα σε ειδικό χώρο, το εξομολογητήριο και ο εξομολογούμενος γονατίζει.

Στην αρχαία εκκλησία το μυστήριο της εξομολογήσεως γινόταν μπροστά σε ολόκληρη την κοινότητα. Από τον 4ο αιώνα πλέον το μυστήριο της εξομολόγησης περνά οριστικά στο στάδιο της προσωπικής εξομολόγησης.

 

 

 

Ευχή από τη Θεία Λειτουργία

«Κύριε Ιησού Χριστέ, Θεέ μου, ελευθέρωσε, σπλαχνίσου και συγχώρεσέ εμένα το παιδί σου για τα σφάλματα και τις κακίες, όλα δηλαδή που έκανα από μικρός ως αυτή την ώρα, όσα ήξερα πως ήταν άσχημα και όσα δεν ήξερα: στα λόγια και στις πράξεις μου, στις σκέψεις, στις επιθυμίες, στα έργα μου…».

 

Ασκητές για την μετάνοια

Ένας γέροντας ασκητής που ζούσε σ