ΘΕ 7: Ανακαλύπτοντας τα κείμενα της Καινής Διαθήκης

Αρχική/ΘΕ 7: Ανακαλύπτοντας τα κείμενα της Καινής Διαθήκης
ΘΕ 7: Ανακαλύπτοντας τα κείμενα της Καινής Διαθήκης 2017-04-17T11:23:56+00:00

Κεντρικές ιδέες Θεματικών Ενοτήτων

Εισαγωγή

Ο Λόγος του Θεού γίνεται κείμενο στα βιβλία της Καινής Διαθήκης από τα μέλη της κοινότητας των πιστών, που τον αναγνώρισαν στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Και ακριβώς, επειδή οι συγγραφείς είναι μέλη μιας κοινότητας πιστών και απευθύνονται στην ίδια κοινότητα, εκείνο που ενδιαφέρονται να διασώσουν και να διαιωνίσουν γράφοντάς το, δεν είναι η ακριβής αναπαράσταση κάποιων ιστορικών γεγονότων αλλά το διαχρονικό νόημα που αναγνώρισε σ’ αυτά η ίδια η κοινότητα. Αναλογικά, οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης δεν φιλοδοξούν να συγκροτήσουν μια όσο το δυνατόν ακριβέστερη και εξαντλητική ιστορική προσωπογραφία του Ιησού αλλά να υπογραμμίσουν τη μεσσιανική του ταυτότητα.

 

Γενικοί Στόχοι Ενότητας

Οι μαθητές:
α) διαπιστώνουν ότι η Καινή Διαθήκη είναι βασική πηγή πληροφοριών για τη ζωή της πρώτης Εκκλησίας
β) εξηγούν τη σημασία του όρου «Ευαγγέλιο»
γ) διακρίνουν τα είδη των βιβλίων της Καινής Διαθήκης και εξηγούν τον ρόλο του κάθε είδους στη ζωή των πρώτων χριστιανών
δ) εξασκούνται στην αναζήτηση και εύρεση βιβλικών εδαφίων και μαθαίνουν να χρησιμοποιούν την Καινή Διαθήκη.

  Χρόνος: 1 δίωρο    

Μαθήματα από Ψηφιακό Σχολείο

 

 

Κείμενα

Ευαγγέλια

Στη χριστιανική Εκκλησία ο όρος Ευαγγέλιο χαρακτηρίζει τα τέσσερα πρώτα βιβλία της Καινής Διαθήκης, τα οποία, σύμφωνα με την παράδοση, έγραψαν στην ελληνική γλώσσα ο Ματθαίος, ο Μάρκος, ο Λουκάς και ο Ιωάννης και διηγούνται τα γεγονότα της γέννησης, της ζωής και του θανάτου του Ιησού, εκθέτουν το περιεχόμενο του κηρύγματός του και τα κυριότερα δογματικά και ηθικά σημεία του χριστιανισμού. Τα τέσσερα Ευαγγέλια έγιναν πλήρως αποδεκτά από τις πρωτοχριστιανικές εκκλησίες και αποτελούν μέρος του κανόνα της Καινής Διαθήκης, ενώ μεταγενέστερα εμφανίστηκαν και άλλα μη κανονικά απόκρυφα συγγράμματα ως Ευαγγέλια.

 

Ιωάννης ο Θεολόγος

Μάρκος

Ματθαίος

Λουκάς

Πράξεις των Αποστόλων

Οι Πράξεις των Αποστόλων είναι το πέμπτο κατά σειρά από τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης. Περιγράφει τη ζωή και τη δράση της αρχαίας εκκλησίας, αμέσως μετά την ανάσταση του Ιησού Χριστού. Συγγραφέας του βιβλίου είναι ο Λουκάς, συνεργάτης του απόστολου Παύλου. Είναι το δεύτερο βιβλίο που έγραψε ο Λουκάς (μετά το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον), και η συγγραφή του χρονολογείται στο 61 με 63 μ.Χ.. Όπως και το Ευαγγέλιό του, ο Λουκάς έγραψε και αυτό το βιβλίο για ένα πρόσωπο που φέρει το όνομα Θεόφιλος (Πράξεις των Αποστόλων, Κεφ. Α, 1).

Επιστολές

Οι επιστολές του αποστόλου Παύλου είναι τα πρώτα γραπτά μνημεία της Καινής Διαθήκης και αποτελούν έργα περιστασιακά, γράφτηκαν δηλαδή για να απαντήσουν σε διάφορα ερωτήματα που έθεταν οι νεοϊδρυθείσες εκκλησίες στον Απόστολο.
Κατά τη συγγραφή των επιστολών του ακολουθεί ο Παύλος τους ισχύοντες κανόνες της ελληνικής επιστολογραφίας (προοίμιο που περιέχει τον αποστολέα, παραλήπτη και χαιρετισμό – ανάπτυξη του θέματος – τελικοί χαιρετισμοί) και προσθέτει στο τέλος ιδιόχειρο χαιρετισμό προς δήλωση της γνησιότητας της επιστολής (Ρωμ. 16,22. Α’ Κορ. 16,21. Γαλ. 6,11. Κολ. 4,18. Β’ Θεσ. 3,17. Φιλ. 19).

Η διάταξη των επιστολών του Παύλου στον κανόνα της Καινής Διαθήκης έγινε ανάλογα με την έκταση τους. Πρώτη δηλ. τοποθετήθηκε η προς Ρωμαίους, που είναι η μεγαλύτερη (16 κεφάλαια) και τελευταία η προς Φιλήμονα (25 στίχοι):

προς Ρωμαίους

προς Κορινθίους Α’

προς Κορινθίους Β’

προς Γαλάτας

προς Εφεσίους

προς Φιλιππησίους

προς Κολοσσαείς

προς Θεσσαλονικείς Α’

προς Θεσσαλονικείς Β’

προς Τιμόθεον Α’

προς Τιμόθεον Β’

προς Τίτον

προς Φιλήμονα

προς Εβραίους (η επιστολή αυτή, συνήθως ακολουθεί μετά από την ομάδα των 13 επιστολών του Παύλου)

Οι 14 παύλειες επιστολές, για τις οποίες οι Πράξεις των Αποστόλων δίνουν ένα πολύτιμο ιστορικό πλαίσιο, αποτελούν ένα μεγάλο τμήμα της Καινής Διαθήκης. Οι επιστολές αυτές σημαδεύουν το αποστολικό έργο του Παύλου.
Η χρονολογική τοποθέτηση των επιστολών του Παύλου στη διάρκεια της ζωής και της ιεραποστολικής του δράσης είναι δυνατή από τις πληροφορίες των ίδιων των επιστολών σε συνδυασμό προς αντίστοιχες πληροφορίες των Πράξεων ή από τη συσχέτιση τους με γεγονότα της ιστορίας:

Οι Α’ και Β’ επιστολές προς Θεσσαλονικείς γράφτηκαν στην Κόρινθο περίπου από το 50-52 μ.Χ.

Η Επιστολή προς Φιλιππησίους γράφτηκε στην Έφεσο γύρω στο 52-56, ενώ κατ’ άλλους στη Ρώμη γύρω στό 60-62 μ.Χ.

Η Επιστολή προς Γαλάτες γράφτηκε στην Έφεσο κάπου ανάμεσα στο 52 έως το 55 μ.Χ.

Οι επιστολές Α’ και Β’ προς Κορινθίους, γράφτηκαν, η Α’ Κορινθίους στην Έφεσο και η Β’ Κορινθίους στη Μακεδονία ή στους Φιλίππους ή στην Έφεσο, από το 55-57 μ.Χ.

Η Επιστολή προς Ρωμαίους γράφτηκε στην Κόρινθο το 57 μ.Χ.

Η Επιστολή προς Κολοσσαείς γράφτηκε στην Έφεσο κατά το 52-55 ή στη Ρώμη το 60-62 μ.Χ.

Η Επιστολή προς Φιλήμονα γράφτηκε στην Έφεσο κατά το 52-55 ή στη Ρώμη το 60-62 μ.Χ.

Η Επιστολή προς Εφεσίους γράφτηκε στην Έφεσο το 54-55 ή στη Ρώμη το 60-62 μ.Χ.

Οι Α’ και Β’ επιστολές προς Τιμόθεον γράφτηκαν, η Α’ προς Τιμόθεον στη Μακεδονία ή στη Νικόπολη το 63-64, και η Β’ προς Τιμόθεον στη Ρώμη το 65-67 μ.Χ.

Η επιστολή προς Τίτον, γράφτηκε στους Φιλίππους το 63-64 μ.Χ.

Τα τρία τελευταία κείμενα, θέτουν και ένα φιλολογικό πρόβλημα, προϋποθέτουν τουλάχιστο τη χρήση ενός γραμματέα, που τους έδωσε τη σφραγίδα του δικού του ύφους παρ’ όλη την εξάρτηση από τη σκέψη του Παύλου.
Η περίπτωση της προς Εβραίους επιστολής είναι διαφορετική. Αν και η αρχαία παράδοση τη συνδέει πάντα με το παύλειο σύνολο, ο συντάκτης της έχει μια φιλολογική προσωπικότητα και μια πρωτοτυπία σκέψεως καθαρά διάφορες από τις αντίστοιχες του Παύλου. Ωστόσο το κείμενο πρέπει να είναι προγενέστερο του 70 μ.Χ., γιατί φαίνεται ότι αγνοεί την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και το τέλος της λατρείας του ναού και ίσως γράφτηκε στη Ρώμη.

Οι επιστολές του Παύλου μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ανάλογα με τους παραλήπτες τους ως εξής:
α) Επιστολές που απευθύνονται σε μια συγκεκριμένη εκκλησία (Α’-Β’ Κορινθίους, Α’-Β’ Θεσσαλονικείς, Φιλιππησίους, Κολοσσαείς)
β) Επιστολές που απευθύνονται σε μια ομάδα εκκλησιών και ονομάζονται «εγκύκλιες επιστολές» (Εφεσίους, και ίσως η Ρωμαίους)
γ) Επιστολές που απευθύνονται σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο (Α’-Β’ Τιμόθεον, Τίτον, Φιλήμονα).
δ) Επιστολές γράφτηκαν τον καιρό που ο Παύλος ήταν φυλακισμένος, Αυτές είναι οι 4 «επιστολές της αιχμαλωσίας» (Εφεσίους, Φιλιππησίους, Κολοσσαείς, Φιλήμονα) και η Β’ Τιμόθεον.
ε) Οι τρεις επιστολές Α’- Β’ Τιμόθεον και Τίτον που απευθύνονται σε ποιμένες των εκκλησιών ονομάζονται από το 18ο αιώνα και ύστερα «Ποιμαντικές».

Εκτός από τον απόστολο Παύλο και οι άλλοι Απόστολοι έκαναν περιοδείες σε διάφορα μέρη και ίδρυσαν χριστιανικές κοινότητες. Έγραφαν λοιπόν επιστολές στους χριστιανούς που είχαν επισκεφτεί και στις κοινότητες που είχαν ιδρύσει. Στις επιστολές αυτές διδάσκουν, ενισχύουν την πίστη των νέων χριστιανών, τους προφυλάσσουν από τις παρερμηνείες και τους καθοδηγούν στη χριστιανική τους ζωή. Ονομάστηκαν «Καθολικές», γιατί σχεδόν όλες απευθύνονται σε πολλές χριστιανικές κοινότητες και έχουν γενικότερο περιεχόμενο.

Μαθαίνουμε να χρησιμοποιούμε την Καινή Διαθήκη: Ονομασίες βιβλίων, συντομογραφίες, κεφάλαια, στίχοι

ΠΩΣ ΒΡΙΣΚΟΥΜΕ ΜΙΑ ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

Η λέξη παραπομπή, βγαίνει από το ρήμα παραπέμπω που σημαίνει στέλνω κάποιον να βρει κάτι. Συνήθως αυτό γίνεται όταν συζητάμε για θέματα που αφορούν την Αγία Γραφή ή διαβάζουμε ένα βιβλίο που αφορά την Βίβλο1. Για να στηρίξουμε αυτά που λέμε ή να εξακριβώσουμε αν είναι αληθινά αυτά που μας λέει ο άλλος ανατρέχουμε σε αυτήν. Πως όμως θα γίνει αυτή η εξακρίβωση; Ενώ για τους μη γνωρίζοντες η εξακρίβωση αυτή φαίνεται βουνό, στην ουσία είναι πάρα πολύ απλή.
Κατ’ αρχάς να θυμίσουμε ότι  η Αγία Γραφή χωρίζεται σε δύο (2) Διαθήκες. Την Παλαιά και την Καινή. Η κάθε Διαθήκη περιέχει ένα συγκεκριμένο αριθμό βιβλίων. Εδώ όμως αξίζει να διευκρινίσουμε κάτι. Ενώ οι πάσης φύσεως Χριστιανοί δέχονται και τα είκοσι επτά (27) βιβλία της Καινής Διαθήκης, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Έτσι, οι μεν Ορθόδοξοι και Καθολικοί δέχονται σαράντα εννιά (49) βιβλία, οι διάφορες αιρέσεις και προτεσταντικές ομολογίες δέχονται  τριάντα εννιά (39) βιβλία.
Ας δούμε τώρα πως μπορούμε να βρούμε ένα συγκεκριμένο απόσπασμα (= χωρίο) της Αγίας Γραφής. Υπ’ όψιν ότι κάθε βιβλίο της Βίβλου έχει τρία (3) χαρακτηριστικά. Πρώτον ότι φέρει ένα τίτλο, δεύτερον ότι είναι χωρισμένο σε κεφάλαια και τρίτον, κάθε κεφάλαιο είναι χωρισμένο σε στίχους. Στίχοι είναι, για τους μη γνωρίζοντες, οι αριθμοί που υπάρχουν στις προτάσεις των σελίδων της Αγίας Γραφής. Οι αριθμοί αυτοί μπορεί να είναι αριστερά ή δεξιά των προτάσεων.
Έτσι λοιπόν στην αρχή ορίζουμε τον τίτλο του βιβλίου. Αν αυτό γίνεται γραπτώς, συνήθως δεν γράφουμε όλο τον τίτλο, αλλά την συντομογραφία του. Έπειτα ορίζουμε αριθμητικά το κεφάλαιο του συγκεκριμένου βιβλίου που βρίσκεται το χωρίο (= κομμάτι). Τέλος ορίζουμε αριθμητικά και πάλι, τον στίχο ή τους στίχους του χωρίου στο οποίο παραπέμπουμε.
Πριν φέρουμε ένα παράδειγμα για να γίνουμε απολύτως κατανοητοί είναι αναγκαίο να κάνουμε μία επιπλέον διευκρίνιση. Στις καινούργιες εκδόσεις της Αγίας Γραφής, η αρίθμηση των κεφαλαίων γίνεται με το αριθμητικό σύστημα που είναι γνωστό ως αραβικό δηλ. 1,2,3, κ.λ.π. Στις παλιότερες εκδόσεις όμως, ακολουθείτο το αρχαιοελληνικό σύστημα που βασιζόταν στην ελληνική αλφάβητο π. χ. α΄ = 1, β΄ = 2, κ.λ.π. Η αρίθμηση των στίχων πάντως, ακολουθεί το αραβικό σύστημα και στις δύο εκδόσεις.
Πάμε τώρα να δούμε ένα παράδειγμα παραπομπής. Π. χ. Ησ. 22 (κβ΄), 14. Το Ησ. είναι συντομογραφία του βιβλίου της Παλαιάς Διαθήκης, Ησαΐας, το 22 είναι το κεφάλαιο, και το 14 που χωρίζεται πάντοτε με κόμμα είναι ο στίχος. Αν οι στίχοι είναι περισσότεροι τότε ανάμεσά τους μπαίνει μία παύλα. Π. χ. Ησ. 22 (κβ΄), 14 – 18.
Αν τώρα κάποιος αναρωτηθεί από πού θα μπορεί να ξέρει τις συντομογραφίες και τα βιβλία της Αγίας Γραφής, δεν πρέπει να ανησυχεί. Σχεδόν σε όλες τις εκδόσεις της, στις πρώτες σελίδες υπάρχει ένας κατάλογος με όλα τα βιβλία και τις συντομογραφίες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.
Προς διευκόλυνση όμως των αναγνωστών μας δημοσιεύουμε παρακάτω, τον κατάλογο των βιβλίων της Αγίας Γραφής, ο οποίος θεολογικά αποκαλείται και «κανόνας», με τις συντομογραφίες τους. Όσα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, έχουμε με πλάγια γράμματα είναι αυτά τα οποία δεν είναι δεκτά από τις διάφορες αιρέσεις και προτεσταντικές ομολογίες.
Οφείλουμε επίσης να θέσουμε υπ’ όψιν του τυχόν αναγνώστη μας, πως κάποια από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, έχουν διπλή ονομασία. Γι’ αυτό το λόγο θα αναφέρουμε και τις δύο ονομασίες καθώς και τις συντομογραφίες τους.