ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ( ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΑ )

Ο σημερινός Ναός του Αγίου Δημητρίου κατασκευάστηκε το 1978, στη θέση του παλαιού Ναού του Αγίου Δημητρίου του Σχοινά.

Ιστορία του Ιερού Ναού του Αγίου Δημητρίου του Σχοινά

Η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στον παλαιό οικισμό του Σχοινά ήταν τρίκλιτη ξυλόστεγη Βασιλική. Τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την οικοδόμηση της ήταν πέτρες και πλιθιά. Οι τοίχοι της είχαν πλάτος ογδόντα εκατοστά και στο εσωτερικό τους, ανά τακτά διαστήματα, υπήρχαν εντοιχισμένες στάμνες, για την καλύτερη ηχητική του χώρου. Ο ναός φορτίζονταν από τρία μικρά παράθυρα σε κάθε τοίχο. Οι διαστάσεις του ήταν τριάντα τρία μέτρα μήκος, είκοσι μέτρα πλάτος και τέσσερα μέτρα ύψος. Τα θεμέλια ήταν οικοδομημένα με πέτρα και είχαν βάθος γύρω στα ογδόντα εκατοστά.
Η σκεπή είχε. κεραμίδια και η στήριξή της είχε επιτευχθεί με ξύλινα δοκάρια, επάνω στις οποίες στερεώνονταν τα ξύλινα στηρίγματα της σκεπής Τα ξύλινα δοκάρι της σκεπής ακουμπούσαν επάνω στους εξωτερικούς τοίχους, ενώ για την καλύτερη στήριξη τους υπήρχαν δυο κιονοστοιχίες, που η κάθε μια είχε πάντα ξύλινες κολώνες Οι πρώτες κολώνες βρίσκονταν στο ύψος του τέμπλου και. οι τελευταίες στο ύψος του καφασωτού ξύλινου πλέγματος, που χώριζε το γυναικωνίτη από τον κυρίως ναό. Οι κολώνες κατέληγαν σε απλό ξύλινο κίονα, που εφάπτονταν στα ξύλινα δοκάρια αγκριντιές. Το ταβάνι ήταν θολωτό και στα τρία κλίτη, κατασκευασμένο από λεπτές μακριές σανίδες, την μια δίπλα στην άλλη, ενώ είχε διακοσμήσεις με φυτικά διακοσμητικά και απλά γεωμετρικά σχέδια.
Με τις δυο κιονοστοιχίες, η βασιλική χωρίζονταν σε τρία κλίτη, στο καθένα από τα οποία υπήρχαν δυο σειρές ξύλινα στασίδια, η μια απέναντι στην άλλη. Το δάπεδο του κεντρικού κλίτους ήταν στερεωμένο με ορθογώνιες μαρμάρινες πλάκες διαφόρων μεγεθών και διαστάσεων, ενώ των δυο άλλων (αριστερό και δεξιό) ήταν με σανίδι. που λόγο) της μεγάλης υγρασίας της περιοχής είχε καταστραφεί, ενώ τις τελευταίες δεκαετίες ήταν χωμάτινο. Ένα μονοπάτι εβδομήντα περίπου μέτρων οδηγούσε από το δρόμο στο νάρθηκα του ναού, όπου βρίσκονταν και η κύρια είσοδος, από την οποία εισέρχονταν μόνο οι άντρες. Στο νάρθηκα κατέβαιναν οι εκκλησιαζόμενοι από δυο σκαλοπάτια, αφού ο ναός ήταν χτισμένος μισό μέτρου χαμηλότερα του εδάφους, όπως και το σύνολο των Ρουμλουκιώτικων εκκλησιών κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, σαφώς λόγω των περιορισμών που επέβαλαν οι Οθωμανικές αρχές στις διαστάσεις των ναών που χτίζονταν, κυρίως κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας.
Η σκεπή του νάρθηκα στηρίζονταν σε οκτώ ξύλινες κολώνες, όμοιες με αυτές στο εσωτερικό του ναού. Το δάπεδο ήταν χωμάτινο και στη δυτική πλευρά του υπήρχε ένα μικρό δωμάτιο, με είσοδο από ανατολάς (μέσα από το νάρθηκα), όπου διέμενε ο εκάστοτε καντηλανάφτης. Σ’ αυτό υπήρχε και μια άλλη μικρή πόρτα, που οδηγούσε στο γυναικωνίτη, που ήταν σχεδόν πάντοτε κλειδωμένη. Δίπλα στην εσωτερική πόρτα, υπήρχε μια πελεκημένη πέτρα διαστάσεων 60X70 εκατοστά. Η χρήση και η προέλευση της στάθηκε αδύνατο να διευκρινιστεί από τους ηλικιωμένους κατοίκους, που περιέγραψαν το ναό.
Στον περιβάλλοντα χώρο της εκκλησίας υπήρχε και το νεκροταφείο του Σχοινά. όπως επίσης και του γειτονικού Νεοχωρίου. Οι ιερείς του χωριού θάβονταν, πίσω από την κόγχη του Ιερού, Βόρεια του ναού Θάβονταν οι νεκροί του παλαιού οικισμού του Νεοχωρίου, ενώ νοτιά του. από αριστερά {μετά το 1919) οι κάτοικοι από το νέο ομώνυμο χωριό και δεξιά οι νεκροί του Σχοινά. Μέχρι το 1927, έθαβαν τους νεκρούς στο παλαιό νεκροταφείο, κυρίως λόγω των προλήψεων, που τότε επικρατούσαν, ότι αν δηλαδή θα οριοθετούσαν καινούργιο νεκροταφείο, θα πλήθαιναν οι νεκροί τους. Το γεγονός ότι ο Άγιος Δημήτριος χτίστηκε ή υπέστη παρεμβάσεις το 1786, μας οδηγεί στην υπόθεση, ότι ίσως και αυτός ο ναός να οφείλει την οικοδόμηση ή τη συντήρηση και προέκταση του στην παρακίνηση του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού προς τους σκλαβωμένους Έλληνες να χτίζουν εκκλησίες και σχολεία. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των ηλικιωμένων κατοίκων, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός πέρασε και από το Ρουμλούκι σε μια από τις περιοδείες του και κήρυξε στους Χριστιανούς της περιοχής, στο χώρο όπου σήμερα βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου και το νεκροταφείο της Αλεξάνδρειας.
Ο ιερέας εισέρχονταν στο ιερό από την Ωραία Πύλη, αφού ανέβαινε ένα χωμάτινο σκαλοπάτι, που παλαιότερα ήταν ξύλινο. Το δάπεδο του Ιερού ήταν αρχικώς στρωμένο με σανίδια και κατόπιν, όταν καταστράφηκαν από την υγρασία, χωμάτινο. Το Ιερό φωτίζονταν από τρία μικρά παράθυρα, εκ των οποίων το ένα βρισκόταν στην κόγχη. Στον τοίχο της κόγχης ήταν κρεμασμένες αρκετές, κυρίως μικρών διαστάσεων, φορητές εικόνες του εορτολογίου όλου του χρόνου.
Για τον καλύτερο φωτισμό του ναού, κρέμονταν από το θολωτό ταβάνι του μεσαίου κλίτους δυο πολυέλαιοι κατασκευασμένοι από λαμαρίνα, που είχαν εσοχές για την τοποθέτηση κεριών. Τα κεριά, τα έσβηνε ο καντηλανάφτης με λαμαρίνα που εφάρμοζε επάνω στα αναμμένα κεριά, ενώ τα άναβε με ένα άλλο καλάμι, που στην άκρη του υπήρχε ένα κερί.
Ο γυναικωνίτης, που είχε μήκος 7-8 μέτρα, χωρίζονταν από τον υπόλοιπο ναό με ξύλινο καφασωτό πλέγμα και ήταν ψηλότερος του κατά είκοσι πέντε εκατοστά. Το δάπεδα του ήταν και αυτό αρχικά κατασκευασμένο με σανίδες, που αργότερα καταστράφηκε και έμεινε χωμάτινο. Οι γυναίκες εισέρχονταν σ’ αυτόν από τη δυτική είσοδο του ναού, που ήταν πανομοιότυπη με αυτή του νάρθηκα. Για να εισέλθουν οι. γυναίκες στον κύριο ναό και μόνο για να μεταλάβουν, έβγαιναν από μια μικρή πόρτα που υπήρχε στα καφάσια και κατέβαιναν δυο σκαλοπάτια. Στους τοίχους του υπήρχαν διάφορες κρεμασμένες εικόνες και σε μια γωνιά του ένα μανουάλι, για να ανάβουν το κερί τους οι γυναίκες.
Δεξιά από την κόγχη του Ιερού, ήταν χτισμένο, εφαπτόμενο στον τοίχο του ναού, το καμπαναριό, που είχε ύψος 6-7 μέτρα. Τα ψημένα τούβλα με τα οποία ήταν οικοδομημένο, μας δείχνουν ότι πρέπει να είναι σαφώς μεταγενέστερο του ναού.

Πηγές : Αποσπάσματα από το βιβλίο: ΣΧΟΙΝΑΣ ΕΝΑ ΡΟΥΜΛΟΥΚΙΩΤΙΚΟ ΧΩΡΙΟ, Δημήτριος Α. Πανταζόπουλος, Θεσσαλονίκη 2006 σελ. 160 – 165.

Άγιος Δημήτριος

Ο Άγιος μεγαλομάρτυρας Δημήτριος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και έζησε κατά τους χρόνους του Αυτοκράτορα Διοκλητιανού και του Τετράρχη Γαλερίου Μαξιμιανού (284-305μ.Χ), εποχή κατά την οποία έγινε φοβερός διωγμός κατά των χριστιανών.
Ήταν επιφανέστατο μέλος της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης, Δούκας της πόλης και Στρατηγός όλης της Θεσσαλίας. Ο Δημήτριος που κατάγονταν από ευσεβή οικογένεια, δε φοβήθηκε από τα διατάγματα των αυτοκρατόρων και συνέχισε να κηρύττει τον ευαγγελικό λόγο, οδηγώντας στην πίστη πολλούς ειδωλολάτρες. Όταν ο Μαξιμιανός έμαθε για την χριστιανική δράση του Δημητρίου διέταξε να συλληφθεί και να οδηγηθεί μπροστά του.
Ο Δημήτριος δε δίστασε να ομολογήσει τη χριστιανική του πίστη, παρόλο που γνώριζε τα φρικτά βασανιστήρια στα οποία υποβάλλονταν οι χριστιανοί. Αρχικά φυλακίστηκε σε ένα τόπο ακάθαρτο, σ’ ένα παλαιό λουτρό στα υπόγεια του οποίου χύνονταν ακάθαρτα περιττώματα. Στο βρωμερό αυτό τόπο ο άγιος παρέμεινε στερημένος τη συναναστροφή των ανθρώπων, αλλά παρηγορούμενος από το Θεό. Αυτό τον καιρό διεξάγονταν αθλητικοί αγώνες στη Θεσσαλονίκη προς τιμή του αυτοκράτορα, ένας από τους συμμετέχοντες, άνθρωπος του Μαξιμιανού, που ονομάζονταν Λυαίος, κόμπαζε πως ήταν ανίκητος και παράλληλα χλέβαζε τους χριστιανούς καλώντας τους να αναμετρηθούν μαζί του. Ένας νεαρός στρατιώτης και κρυφός μαθητής του Δημητρίου, που ονομάζονταν Νέστωρας επισκέφθηκε το Δημήτριο στη φυλακή και του ζήτησε να προσευχηθεί για να τον βοηθήσει ο Κύριος μας να αντιμετωπίσει τον Λυαίο. Ο άγιος αφού προσευχήθηκε και του είπε: «Ύπαγε και τον Λυαίο θα νικήσεις και υπέρ Χριστού θα μαρτυρήσεις». Ο Νέστωρας τότε παρουσιάστηκε στο στάδιο και ζήτησε να αναμετρηθεί με τον φοβερό Λυαίο. Μάταια προσπάθησαν να τον μεταπείσουν. Όταν ο Τετράρχης είδε πως δεν τον άκουε τον άφησε να αντιμετωπίσει τον γιγαντόσωμο Λυαίο. Αυτός πλησίασε τον Λυαίο και φωνάζοντας «Ο Θεός του Δημητρίου βοήθει μοι» του κατάφερε ένα φοβερό χτύπημα με το σπαθί στη καρδία και αυτός αμέσως σωριάστηκε νεκρός. Ο Μαξιμιανός αφού πληροφορήθηκε τα γεγονότα θεώρησε υπεύθυνο τον Δημήτριο και διέταξε να τους σκοτώσουν και τους δύο αμέσως. Έτσι ο άγιος Νέστωρας αποκεφαλίστηκε έξω από τη λεγόμενη Χρυσή Πύλη. Ο Δημήτριος που βρίσκονταν ακόμα στο λουτρό φυλακισμένος μόλις είδε τους στρατιώτες να έρχονται σήκωσε το δεξί του χέρι και οι στρατιώτες τον λόγχευσαν στην πλευρά, έτσι έμοιασε στον Κύριο μας, τον γλυκύτατο Ιησού που και αυτός είχε λογχευθεί στην πλευρά, ύστερα οι στρατιώτες των λόγχευσαν σε όλο του το σώμα. Έτσι τελειώθηκε ο άγιος Δημήτριος δεχόμενος το μαρτυρικό στεφάνι. Κάποιοι ευλαβείς χριστιανοί ήρθαν κρυφά και ενταφίασαν το σώμα του αγίου στον ίδιο τον τόπο του μαρτυρίου, στο βρωμερό λουτρό που έμελε πλέον να γίνει ιατρείο ψυχών και σωμάτων. Κάποιος μάλιστα φίλος του αγίου που ονομάζονταν Λούπος και ήταν παρόν την ώρα του μαρτυρίου όταν έφυγαν οι στρατιώτες, πήγε γρήγορα και έβγαλε το δαχτυλίδι και το πανωφόρι του αγίου και τα έβαψε στο αίμα του. Με αυτά ενεργούσε πολλά θαύματα: αρρώστους ιάτρευε, δαιμονισμένους θεράπευε. Ο Μαξιμιανός μόλις έμαθε αυτά έστειλε στρατιώτες και τον αποκεφάλισαν σε κάποιον τόπο ονομαζόμενο Τριβουνάλιο.