Το Νεοχώρι βρισκόταν στα βορειοανατολικά της περιοχής του Ρουμλουκιού και ήταν παραλίμνιος οικισμός. Όπως δείχνει και το όνομά του, επρόκειτο για νέο – καινούριο οικισμό, σε σχέση με τα γειτονικά χωριά του. Οι κάτοικοί του προέρχονταν απ’ αυτά, αλλά και από άλλα μακρινότερα Ρουμλουκιώτικα χωριά. Αρκετές οικογένειες άγουν την καταγωγή τους από άλλες περιοχές της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, τις οποίες και εγκατέλειψαν κυνηγημένοι από τους Τούρκους και βρήκαν ασφάλεια στον νέο παραλίμνιο οικισμό, όπου ήταν σχεδόν μηδαμινή η παρουσία των Τούρκων και ο γειτονικός Βάλτος ήταν πάντοτε το καταφύγιο των παρανόμων, των κυνηγημένων και των ανταρτών, καθώς υπήρξε καθ’ όλη την διάρκεια της Οθωμανικής κατοχής αφιλόξενος και απωθητικός για τους κατακτητές.
Η ύπαρξη του οικισμού ανάγεται τουλάχιστον στην εποχή του Επισκόπου Καμπανίας Θεόφιλου ( 1749 – 1795 ), όπου υπάρχει αναφορά για το χωριό στα χειρόγραφά του. Αργότερα αναφέρεται σε περισσότερες καταγραφές τόσο της Επισκοπής Καμπανίας, όσο και διαφόρων περιηγητών.
Στις αρχές του 20ου αιώνα είναι τσιφλίκι, που άνηκε κατά το ήμισυ στον Σαλή μπέη και το άλλο ήμισυ σε έναν Έλληνα γαιοκτήμονα, τον Ιωάννη Μαυρουδή, απόγονο γνωστής Θεσσαλονικιώτικης οικογένειας, που έχαιρε τα προνόμια της Ρωσικής υπηκοότητας που κατείχε ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα.
Κατά την εποχή του Μακεδονικού Αγώνα, το χωριό δέχθηκε ευθύς εξ’ αρχής τις πιέσεις των Βούλγαρων Κομιτατζήδων του Βάλτου για τον εκβουλγαρισμό τους. Μάλιστα, το 1902, έλαβε χώρα μία από τις πρώτες επιθέσεις των τελευταίων σε όλη την Μακεδονία εις βάρος των ελληνικών πληθυσμών. Πιο συγκεκριμένα, μία Βουλγάρικη ομάδα 5 ατόμων επέδρασε στο στο σπίτι των αδερφών Γεωργίου και Δημητρίου Δούμπη, για να απωθηθεί από τους ενοίκους της, με την συνδρομή των Γιδιωτών οπλαρχηγών Τζόλα Περήφανου ( Γεώργιος Κυριαζόπουλος ή Σχοινιώτης ) και Θεοχάρη Κούγκα.
Από το 1904, όταν πλέον οργανώνεται η ελληνική αντίσταση, όλοι οι χωρικοί του, συμμετέχουν ενεργά στον Μακεδονικό Αγώνα, προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες ως οπλίτες, σύνδεσμοι, μεταφορείς όπλων, πυρομαχικών και τροφίμων, οδηγοί σωμάτων και σαφώς ως επικουρικές δυνάμεις οπλιτών. Αναφορά για το χωριό υπάρχει και στο θρυλικό πλέον μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα «Τα Μυστικά του Βάλτου», καθώς η περιβόητη επίθεση των Μακεδονομάχων στα Κουφάλια οργανώθηκε και ξεκίνησε από το Νεοχώρι. Οι ψαράδες κάτοικοί του, ως άριστοι γνώστες του λαβύρινθου του Βάλτου και η γειτνίαση με τις καλύβες των Μακεδονομάχων «Κρυφή» και «Τσέκρι», προέδιδε στο χωριό στρατηγικό ρόλο στον όλο αγώνα.
Απελευθερώθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1912, από μία ίλη ιππικού του Ιωάννη Αλεξάκη, η οποία και κατέλυσε στο κονάκι του γαιοκτήμονα Μαυρουδή. Οι κάτοικοι του χωριού κατά το διάστημα της άτακτης οπισθοχώρησης του Τουρκικού στρατού προς Θεσσαλονίκη, βρήκαν καταφύγιο στον γειτονικό Βάλτο για περισσότερη ασφάλεια, καθώς είχε διαδοθεί η φήμη ότι επίκειντο σφαγή των χριστιανών από τους ατάκτους οπισθοχωρούντες Τούρκους στρατιώτες.
Ιερός Ναός στο χωριό δεν υπήρχε, γι’ αυτό και οι κάτοικοί του εκκλησιάζονταν στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Σχοινά, που βρισκόταν περί τα 500 μέτρα δυτικά του χωριού τους, όπου παλαιότερα υπήρχε ο οικισμός του Σχοινά. Στο εκεί νεκροταφείο θάβονταν και οι νεκροί τους. Μέσα όμως στο Νεοχώρι υπήρχε ένα μικρό προσκυνητάρι.
Αναφορές για την λειτουργία σχολείου υπάρχουν από τα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, με τον παλαιότερο γνωστό διδάσκαλο τον ( κατόπιν ιερέα ) Ζωγράφο Οικονόμου, από την Χαλάστρα ( Κουλακιά ).
Οι κάτοικοι του χωριού ήταν κολίγοι στους ιδιοκτήτες της γης του οικισμού τους, όμως λόγω του αφορολόγητου ασχολούνταν σε μεγάλη έκταση με την κτηνοτροφία και την αλιεία. Η ύπαρξη του τοπωνυμίου «Τα ρύζια», μας δείχνει ότι σε παλαιότερες εποχές ήταν διαδεδομένη και η καλλιέργεια του ρυζιού, ενώ ιδιαίτερα αναπτυγμένη ήταν και η σηροτροφία και η Νεοχωρίτες ήσαν και δεινοί κυνηγοί στην πλούσια πανίδα του Βάλτου.
Το 1918, μετά τις μεγάλες πλημμύρες που συνέβησαν την χρονιά εκείνη, το ήμισυ των κατοίκων εγκατέλειψαν το χωριό τους και οικοδόμησαν νέο οικισμό, γύρω από τον παλαιό Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου του Σχοινά, για να τους ακολουθήσουν μέχρι το 1928 το σύνολο των κατοίκων του. Το 1918, ο οικισμός αποδεκατίστηκε από τη λεγόμενη «Ισπανική γρίπη», χάνοντας περίπου το 30% των κατοίκων του, ενώ μετά τη Μικρασιατική καταστροφή δέχτηκε προς εγκατάσταση ορισμένες οικογένειες Μικρασιατών.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το 1946, ο οικισμός έγινε αποδέκτης ευχαριστήριας επιστολής και ειδικής εύφημης μνείας της Πρεσβείας της Νέας Ζηλανδίας, για την απόκρυψη και διάσωση από τους κατοίκους κατά το διάστημα της Γερμανικής κατοχής στρατιωτών της άνω χώρας. Τα σχετικά έγγραφα διασώζονται στο Αρχείο του σημερινού Δήμου Αλεξάνδρειας.
Το Νεοχώρι διοικητικά υπάχθηκε στην Κοινότητα του Γιδά το 1918 με Βασιλικό διάταγμα, για να αποσπαστεί αργότερα την περίοδο της επταετίας και να αποτελέσει από μόνο του Κοινότητα. Από το 1998, με το «Νόμο Καποδίστρια» ανήκει διοικητικά στο Δήμο Αλεξάνδρειας.

Από το αρχείο του Δημήτρη Πανταζόπουλου