Καμποχώρι – Ιστορία

Home/Καμποχώρι/Καμποχώρι – Ιστορία

Καμποχώρι – Ιστορία

 

Η νεότερη ιστορία του χωριού Τριχοβίστα (Καμποχώρι)

Μετά από δύο σχεδόν χρόνια αποχής μου από τη δημοσίευση κειμένων που αφορούν την ιστορία και την παράδοση των χωριών του Ρουμλουκιού, η οποία άλλωστε οφείλεται στη συγγραφή του δεύτερου βιβλίου μου που θα κυκλοφορήσει σύντομα, αποφάσισα να επαναλάβω την παρουσίαση στοιχείων της έρευνας μου στον τοπικό Τύπο. Αφορμή στάθηκε μία συζήτηση που έλαβε χώρα στο Καμποχώρι με τα μέλη του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού, κατά την οποία εκφράστηκε έντονα το ενδιαφέρον τους να πληροφορηθούν ό,τι έχει σχέση με το παρελθόν της ιδιαίτερης πατρίδας τους, της παλαιάς Τριχοβίστας. Έτσι και με την παρότρυνση του αγαπητού φίλου Θωμά Γκουντάντζη, Προέδρου του Συλλόγου του χωριού, συγγράφηκε το παρόν άρθρο για να δοθεί όσο είναι δυνατόν να δοθεί υπό την παρούσα μορφή το περίγραμμα της νεότερης ιστορίας του Καμποχωρίου.

Η πρώτη θέση του χωριού Τριχοβίστα

Η αρχική θέση του οικισμού ήταν η τοποθεσία «Παρεκκλήσι» περί το 1,5 χλμ ανατολικότερα της σημερινής, περίπου στο σημείο που διαβαίνει την παλαιά εθνική οδό Βέροιας – Θεσ/νίκης το μεγάλο αποξηραντικό κανάλι «Βιλίτσα» και υπάρχει η γέφυρα της. Λόγω όμως των συχνών πλημμύρων του Αλιάκμονα και τις καταστροφές που προκαλούνταν στο σπίτια του χωριού, οι κάτοικοι του το εγκατέλειψαν και εγκαταστάθηκαν στα τρία φυσικά ψηλώματα της, σημερινής περίπου θέσης, περί τα 200 μέτρα βόρεια της οδού Βέροιας – Θεσ/νίκης. Οι αναγκαστικές αυτές μετακινήσεις οικισμών ή χωριών στο Ρουμλούκι λόγω πλημμύρων ήταν συχνό φαινόμενο στην περιοχή μέχρι το 1935, όταν ολοκληρώθηκαν τα αντιπλημμυρικά έργα. το βόρειο ανάχωμα του Αλιάκμονα και η αποξήρανση του Βάλτου. Έτσι, εκτός από την μετοίκηση της Τριχοβίστας μνημονεύονται και άλλες, όπως των χωριών Νεοχώρι, Παλαιοχώρι, «Αγκαθιά (Γκριτζιάλι), Καταφύγι, Σερμιλή, Καψόχωρα κ.α. Στο χώρο που βρίσκονταν η παλαιά Τριχοβίστα διασώζονταν μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μεγάλα αιωνόβια φτελιάδια, ενώ και σήμερα οι αγρότες που οργώνουν τα εκεί υπάρχοντα χωράφια ανακαλύπτουν σπασμένα τούβλα και κεραμίδια, καθώς και οστά ανθρώπων που βεβαιώνουν την ύπαρξη του οικισμού και του νεκροταφείου του.

Το όνομα Τριχοβίστα Καμποχώρι

Το Καμποχώρι, όντας ένα πεδινό χωριό στον κάμπο του Ρουμλουκιού, είναι οφθαλμοφανές ότι οφείλει την ονοματοδοσία του στη γεωγραφική του θέση. Ανάδοχοί του υπήρξαν στις 1.11.1926 τα μέλη της Κρατικής Επιτροπής, αρμόδιας για την αλλαγή των ονομάτων των χωριών ή των τοπωνυμιών που κρίθηκαν ότι είχαν ξενική προέλευση.
Αν και πέρασαν όμως αρκετές δεκαετίες από την αλλαγή του ονόματος, εντούτοις το παλαιό όνομα Τριχοβίστα χρησιμοποιείται έως και σήμερα, κυρίως από τους εντόπιας καταγωγής Ρουμλουκιώτες στις μεταξύ τους συζητήσεις. Όσον αφορά όμως την προέλευση του, δεν έχει διασωθεί κάποια σχετική παράδοση από την λαϊκή μνήμη, οπότε θα προσπαθήσω να καταθέσω κάποιες πιθανές προσεγγίσεις και τις απόψεις που έχουν ήδη διατυπωθεί.
α) Μία άποψη θέλει την Τριχοβίστα να είναι έδρα της Επισκοπής Δρογουβιτίας, από την παραφθορά της οποίας προήλθε και το όνομα Τριχοβίστα (Δρογουβιτία – Τριχοβίστα). Δρογουβιτία ονομάζονταν η Επισκοπή του σλαβικής προελεύσεως φύλου των Δρογουβίτων, που εγκαταστάθηκαν κατά τον 7ο αιώνα στον κάμπο δυτικά της Θεσ/νίκης.
Την άποψη αυτή όμως αντέκρουσε ο Ιστορικός της Βέροιας Γεώργιος Χιονίδης, ο οποίος στηριζόμενος στις γραπτές πηγές της εποχής, αποφαίνεται ότι: «οι Δρογουβίτες ήταν εγκατεστημένος στον δυτικώς της Θεσ/νίκης ευρισκόμενο εκεραμήσιον κάμπον, δηλαδή εις τον κάμπον της Κύρρου – μάνσιο των Ρωμαίων (νυν Παλαιόκαστρο Γιαννιτσών) και συνεπώς στις νότιες πλαγιές του όρους Πάικο και στην είσοδο της Αλμωπίας» (Ορα Γ.Χ. Χιονίδη «Ιστορία της Βέροιας, της πόλεως και της περιοχής», Τόμος Δεύτερος, Βυζαντινός Χρόνος, Θεσ/νίκη1970, σελ.12).
β) Ο ακούραστος παρά τα 80 χρόνια του Αθανάσιος Παπαδόπουλος, κάτοικος του χωριού και καταγόμενος από τις παλαιότερες οικογένειες του, σε μία 16σέλιδη χειρόγραφη καταγραφή της ιστορίας και των εθίμων της Τριχοβίστας που συνέγραψε και ευγενικά παραχώρησε προς κατοχή και χρήση στον γράφοντα, μας καταθέτει μία άποψη αρκετά λογική, την οποία άκουσε από τον Διονύσιο Γκατζάρα, έναν από τους γηγενείς κατοίκους του οικισμού στις αρχές του αιώνα.
Σύμφωνα μ’ αυτήν το όνομα Τριχοβίστα οφείλεται στο γεγονός ότι όταν οι παλαιοί κάτοικοι εγκαταστάθηκαν τώρα στην τωρινή θέση, οικοδόμησαν τα σπίτια τους επάνω σε τρία φυσικά υψώματα που υπήρχαν στην περιοχή για να μην «πνίγονται» από τις συχνές πλημμύρες Τα τρία αυτά ψηλώματα χωρίζονταν από τη λάκκα του Αβδελά (αγώι που ξεκινούσε από τη Μέση δεχόμενη τα νερά της και κατέληξε στον Βάλτο) και μία άλλη λάκκα μικρότερη, που ξεκινούσε 100 περίπου μέτρα βόρεια από το Καρακόλι (σημερινό οικόπεδο Τιτάγκου) προχωρούσε δυτικά και μετά πάλι βόρεια για να καταλήξει στον Αβδελά. Έτσι ο νέος οικισμός που δημιουργήθηκε – επάνω στα τρία φυσικά χωρίσματα – Χόβια, ονομάστηκε Τριχοβίστα. (Τρία Χόβια – Τριχοβίστα).
Η άποψη αυτή μπορεί να σταθεί, εφόσον το όνομα δεν υπήρχε πριν την μετοικεσία των κατοίκων από το παλαιό τους χωριό στην τοποθεσία Παρεκκλήσι, οπότε πρέπει να δεχθούμε ως αρχικό όνομα του οικισμού ή το «Παρεκκλήσι» ή το «Κολοπανάς¨ της γειτονικής περιοχής.
γ) Ο παλαιός φίλος Αρχιμανδρίτης Αθηναγόρας της Ιεράς Μητροπόλεως μας, κατά κόσμον Αθανάσιος Μπίρδας σε αρκετές σχετικές συζητήσεις μας κατέθεσε την παρακάτω ενθύμηση, η οποία κρίνεται άκρως ενδιαφέρουσα για τον ερευνητή της ιστορίας του Ρουμλουκιού, που την άκουσε από τον αείμνηστο παππού του Μιχαήλ Μιχαηλίδη, κάτοικο Μεσολογγίου του Νομού Κοζάνης. Γύρω στα 1865-70, ο Μιχαήλ Μιχαηλίδης εξασκούσε το επάγγελμα του Κυρατζή (αγωγιάτη) κάνοντας αγώγια από το χωριό του στην Θεσ/νίκη και αντίθετα. Σε κάποιο αγώι του κατά την επιστροφή του στο Μεσόλογγο, έτυχε να βρεθεί νύχτα και σε μεγάλη κακοκαιρία έξω από την Τριχοβίστα Αμέσως κατευθύνθηκε στο χωριό για να ζητήσει κατάλυμα και στο πρώτο σπίτι που είδε φως και χτύπησε την πόρτα, τον δέχθηκαν ως ένοικος και του πρόσφεραν καταφύγιο, ζεστό φαγητό και μία θέση σιμά στο τζάκι για να ζεσταθεί. Όπως είναι φυσικό, σε τέτοιες περιπτώσεις, μετά την περιποίηση του αγνώστου ταξιδιώτη, ακολουθεί η συζήτηση για την καταγωγή του, τον σκοπό του ταξιδιού, την οικογενειακή του κατάσταση κ.α.
Μόλις ο Μιχαήλ Μιχαηλίδης ανέφερε το όνομα του χωριού του, την συζήτηση ανέλαβε ο άνω των 110 ετών παππούς – πατριάρχης της οικογένειας του σπιτιού και του είπε πως είναι κοντοχωριανός διότι και οι περισσότεροι κάτοικοι της Τριχοβίστας κατάγονταν από το χωριό Τρακόβιστα ή Τρακοβίστα, γειτονικό του Μεσολόγγου. Μετά τα Ορλωφικά όμως, λόγω της ενεργής συμμετοχής στον ξεσηκωμό των κατοίκων του, το «χάλασαν» οι μπέηδες της περιοχής. Τότε οι κάτοικοι του, όσοι διασώθηκαν της σφαγής, μετακόμισαν στο χώρο που βρίσκεται η Τριχοβίστα, την οποία ονόμασαν έτσι προς ανάμνηση της παλαιάς τους πατρίδας Τρακοβίστας. Όταν συνέβησαν αυτά τα γεγονότα, ο υπεραιωνόβιος γέροντας ήταν 5-6 ετών και τα ενθυμούνταν.
Η παραπάνω ενθύμηση μπορεί να κριθεί ως αληθής, μόνο μετά από πιο προσεκτική μελέτη των εγγράφων του Αρχαίου του Επισκόπου Κομπανίας Θεοφίλου (1749 – 1795), καθώς υπάρχει σ’ αυτά αναφορά για τη Τριχοβίστα.
Αν δηλαδή τα σχετικά έγγραφα χρονολογούνται πριν τα Ορλωφικά. τότε προϋπήρχε οικισμός με το όνομα Τριχοβίστα, αν μετά, τότε η ενθύμηση μας δίνει πολυτιμότατα στοιχεία για το παρελθόν των κατοίκων του Ρουμλουκιού κατά την Οθωμανική περίοδο. Προς ενίσχυση πάντως της ενθύμησης υπάρχει η αναφορά του χωριού ως Τρακόβιστα από τον Νικόλαο Σχινά στα «οδοιπορικά» του το 1884, ενώ αντίθετα πιο πριν και αργότερα συναντάται ως Τριχοβίστα ή Τερχοβίστα.
Το χωριό πάντως Τρακοβίστα του Νομού Κοζάνης υπήρχε μέχρι τα Ορλωφικά, μία οικογένεια του οποίου αυτή του Αργυρόπουλου εγκαταστάθηκε στο γειτονικό Καλοχώρι. Στο Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου του Μεσολόγγου, υπάρχει μέχρι σήμερα η εικόνα της Συνάξεως των Αρχαγγέλων, που διασώθηκε της καταστροφής του Ναού των Ταξιαρχών της Τρακοβίστας. Από τον τελευταίο υπάρχουν μόνο ερείπια του περιγράμματος του και ορισμένες ταφόπλακες από το παρακείμενο» του νεκροταφείο. Χαλάσματα επίσης του δευτέρου ναού της Τρακοβίστας, αφιερωμένου στον Άγιο Γεώργιο υπάρχουν σε έναν αγρό, ιδιοκτησίας σήμερα των κληρονόμων Κων/νου Καρακάση.
δ) Μία τέταρτη ερμηνευτική προσέγγιση στο όνομα Τριχοβίστα γίνεται αν δεχθούμε ότι η αρχική του μορφή ήταν Τριχοβίστα και με τον χρόνο να παραφθάρθηκε σε Τριχοβίστα. Το κύριο χαρακτηριστικό του παλαιού χωριού ήταν τα πελώρια αιωνόβια δέντρα και η γύρω δασώδης έκταση. Πιθανόν λοιπόν να ονομάστηκε έτσι από τις πολλές λιανές, λεπτές και ίσιες σαν τρίχα βίτσες που υπήρχαν γύρω του (Τρίχα + βίτσα – Τριχοβίτσα – Τριχοβίστα).
Στο Ρουμλούκι άλλωστε διασώζεται σχετική παράδοση για την ονομασία του χωριού Λιανοβέργι (Λιανή + βέργα) που οφείλει το όνομα του στις πολλές λιανές βέργες που κάλυπταν μεγάλες εκτάσεις γύρω του.

Οι σχέσεις των κατοίκων με τους Τούρκους

Οι Τριχοβιστιανοί διατηρούσαν κατά κανόνα καλές σχέσεις με τους Τούρκους μπέηδες τους, όσο καλές μπορούν να θεωρηθούν οι σχέσεις μεταξύ ραγιάδων και Τούρκων. Οι μπέηδες δεν ενοχλούσαν καθόλου τους ραγιάδες τους, εφόσον βέβαια αστοί τηρούσαν στο ακέραιο τις υποχρεώσεις τους απέναντι τους ως καλλιεργητές των κτημάτων τους. Άλλωστε οι ραγιάδες διατηρούσαν το δικαίωμα να εγκαταλείψουν τον μπέη τους, αν διαφωνούσαν μαζί του.
Τουναντίον μάλιστα τους ενίσχυαν πολλές φορές όταν η σοδειά δεν ήταν καλή και υπήρχε ο κίνδυνος παρουσίας λιμού, τους έδιναν το σπόρο και τα ζώα για την σπορά της γης. αν δεν είχαν και τους έχτιζαν ή επιδιόρθωναν τα σπίτια τους, χρησιμοποιώντας ως οικοδόμους τους νομάδες Αλβανούς (Γκέκηδες) ή τους Αρβανιτόβλαχους, που έρχονταν τον χειμώνα με τα κοπάδια τους στην περιοχή από το Τέτοβο των Σκοπίων και ενοικίαζαν τους Κασάδες (βοσκότοπους). Τα εργατικά τότε, τους τα πλήρωναν οι ίδιοι οι μπέηδες ή τα αφαιρούσαν από το συμφωνηθέν ποσόν της εκμίσθωσης των κασλάδων.
Τα θρησκευτικά τους καθήκοντα οι χριστιανοί τα εξασκούσαν ελεύθερα, ενώ συχνά οι μπέηδες παρενέβαιναν στην Πύλη για την έκδοση φιρμανιών που αφορούσαν την άδεια για συντήρηση παλαιών ή την οικοδόμηση νέων ναών. Στην Τριχοβίστα σχετική άδεια χορηγήθηκε το 1879, οπότε και οικοδομήθηκε ο ναός του Αγίου Γεωργίου με τον όρο όμως το ύψος του να μην υπερβαίνει το ύψος των παρακείμενων κονακιών.
Συχνά, επίσης, οι μπέηδες επισκέπτονταν τον ναό του χωριού και προσκυνούσαν τις εικόνες, χωρίς όμως να κάνουν τον σταυρό τους και να τις ασπασθούν και προσέφεραν ως τάματα στάμνες ολόκληρες με λάδι και μεγάλες ποσότητες κερί, ενώ επέτρεψαν στο ναό να έχει στην ιδιοκτησία του (Βακούφικη) μία σειρά δωματίων (κελιά) που βρισκόταν απέναντι του, για να μένουν με μικρό ενοίκιο που κατέβαλαν σ’ αυτόν οι άπορες οικογένειες ή οι νεοφερμένες στο χωριό, καθώς και το οίκημα μαζί με μία καλύβα που χρησιμοποιούνταν ως χάνι (εμπορικό κατάστημα) και ως κατοικία του Χαντζή.
Χαρακτηριστικό δε παράδειγμα όχι μόνο της ανοχής, αλλά και της βοήθειας των μπέηδων προς την τοπική εκκλησία, είναι το παράδειγμα του Ρουφάτ μπέη, που δώρισε στη Μονή των Αγίων Αναργύρων Νησίου, περί τα 800 τουρκικά στρέμματα καλλιεργήσιμης γης από την ιδιοκτησία του στο αγρόκτημα της Τριχοβίστας. Επίσης ο ίδιος προστάτευε συχνά τους Τριχοβιστιανούς από τυχόν αυθαιρεσίες τμημάτων του Τουρκικού στρατού, που κατελυανή περνούσαν διερχόμενα από το χωριό.
Αντίθετα όμως, πρόβλημα υπήρχε με τους Αλβανούς επιστάτης των μπέηδων (συμπασήδες) που αυθαιρετούσαν προς ίδιο όφελος εις βάρος των ραγιάδων, επιβάλλοντας τους με την ευκαιρία της απουσίας των αφεντικών τους, μεγαλύτερη ποσότητα γεννημάτων που θσ απέδιδαν στον ιδιοκτήτη της γης μπέη, τον οποίο και οικειοποιούνταν ή μεγαλύτερο φόρο στην δεκάτη (φόρος στο τουρκικό κράτος). Τότε πολλές οικογένειες εγκατέλειπαν το χωριό, για να επιστρέψουν μετά την αντικατάσταση του επιστάτη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι οικογένειες των αδελφών Αποστόλου και Αντωνίου Μιχαλόπουλου, που ήρθαν σε προστριβή με τον επιστάτη του Ατζιντίμ μπέη, εγκατέλειψαν την Τριχοβίστα, μετοίκησαν στο χωριό Καταφύγι και επέστρεψαν μετά τον θάνατο του.
Από τους τέσσερις μπέηδες, μόνο ο Κενί μπέης ήταν σκληρός ως προς τη συμπεριφορά του προς τους ραγιάδες του. Μονίμως κυκλοφορούσε στο χωριό καβάλα στ’ άλογο του και κρατούσε στο χέρι του το καρμπάτσι (μαστίγιο). Τον θυμούνται μάλιστα να ανεβαίνει ιππεύοντας ακόμη και στις σκόλες του διώροφου κονακιού του.
Κάποτε ζήτησε να πάει στο κονάκι του μία πολύ όμορφη κοπέλα, η Ε. Μ. την ημέρα του γάμου της. Ο πεθερός όμως και ο πατέρας της αντέδρασαν, ζητώντας την προστασία του Τζαμάλ μπέη, λέγοντας του πως αν αυτή δεν εκδηλωθεί έμπρακτα, τότε θα αντιδράσει με τα όπλα όλο το χωριό. Ο Τζαμάλ μπέης, που ήταν δίκαιος και θεοφοβούμενος άνθρωπος, έστειλε αμέσως στο κονάκι του Κενί μπέη τον επιστάτη και τους υπαλλήλους του ένοπλους. Αμέσως οι άνθρωποι του άρχισαν μάχη με τους υπαλλήλους του Κενί μπέη με αποτέλεσμα να εμποδιστούν οι ανήθικες ορέξεις του Κενί, αλλά και να φονευθεί ο επιστάτης του Τζα¬μάλ μπέη Αζίφ.
Το πιο πάνω περιστατικό, όπως ήταν φυσικό, σύντομα διαδόθηκε σε όλο το Ρουμλούκι και η λαϊκή μούσα συνέθεσε και σχετικό τραγούδι, το οποίο παραθέτει ο Γ. Μελικής στο βιβλίο του «Τα Λαογραφικά της Μελικής, Τόμος Β’ – Τα τραγούδια του Ρουμλουκιού» και αξίζει να το καταθέσω για να δούμε πώς η λαϊκή άποψη κατέγραψε το γεγονός.
«Πολλά ντουφέκια ρίχνονται κάτου στην Ντρουχουβίστα, μήνα σι γάμου ρίχνονται, μήνα σι πανηγύρι. Τα ρίχν’ του μπέη του πιδί για μια παπαδουκόρη. Φουτιά να κάψει την Τουρκιά κι αυτούς τους Αρβανίτις»
Ο Καπετάν Σίνγκς
Στην χειρόγραφη 16σέλιδη έκθεση του Αθανασίου Παπαδόπουλου προς τον γράφοντα για την ιστορία της Τριχοβίστας, κατατίθεται μία σημαντικότατη πληροφορία κατά τη γνώμη μου για την ιστορία του Ρουμλουκιού. Πρόκειται για την ενοικίαση κτημάτων του Κενί μπέη προς έναν Άγγλο που ονομαζόταν Σίνγκς (Φράγγο τον αποκαλούσαν οι Τριχοβιστιανοί») και για την απαγωγή του από τον καπετάν Νίκο με τη συνδρομή κατοίκων του χωριού.
Γράφει σχετικά ο σεβάσμιος γέροντας: «σελ. 3. Το κονάκι του Κιανί μπέη το νοίκιασε ένας Άγγλος καπετάνιος, ο καπετάν Σίνγκς! Έτσι τον έλεγαν και καλλιεργούσε τα κτήματα, αλλά είχε και μεγάλη κτηνοτροφία. Κάθε μέρα γύριζε στα γύρω χωριά και στις πόλεις και παρακινούσε τους Έλληνες να μην επαναστατήσουν κατά των Τούρκων, διότι είχαν αρχίσει οι επαναστάσεις των Μακεδόνων κατά των Τούρκων… σελ. 5. Χαρακτηριστικό είναι ότι τον Άγγλο Ταγματάρχη Σίνγκς, ο οποίος όπως αναφέρω είχε νοικιασμένο το Κονάκι και το κτήμα του Κιανί μπέη, ένας ονόματι καπετάν Νίκος ή Λύκος με 20 παλικάρια και τη συνδρομή των εδώ κατοίκων Μανώλη Μπαντή, παπά Δημήτρη Μπαλτζή Καραλιόπουλου Γρηγόρη και άλλων, ύστερα από μάχη 3 ωρών τον συνέλαβαν τον Άγγλο και τον πήραν όμηρο. Πήρε δε ως λύτρα για να τον ελευθερώσει όσο ήταν το βάρος του, 100 οκάδες λίρες. Τα λύτρα αυτά τα πλήρωσε το Τουρκικό κράτος με τον όρο να μην ξαναφανεί (ο Σινγς) πουθενά. Το έτος 1929 παρουσιάστηκαν στην Επιτροπή Απαλλοτριώσεως Βέροιας ο Σίγκος Φίλιππος του Ερίκου και η Λουίζα χήρα Χατζηδημητρίου, διεκδικώντας ιδιοκτησία στο αγρόκτημα Καμποχωρίου, αλλά η επιτροπή τους απέρριψε λόγω ελλείψεως αποδεικτικών στοιχείων»
Στο ίδιο συμβάν αναφέρεται κι ένας άλλος γέροντας, ο Ευάγγελος Διαμαντόπουλος από τα Καβάσιλα, χωρίς όμως την ακρίβεια και τη γλαφυρότητα της αφήγησης του Αθανασίου Παπαδόπουλου, γεγονός όμως που δικαιολογείται αφού κατάγεται από γειτονικό χωριό. Η αφήγησή του έχει την δική της αξία, πιστοποιώντας ότι η απαγωγή του Σίνγκ παρέμεινε μετά από πολλά χρόνια ζωντανή ανάμνηση στο Ρουμλούκι.
Ο Ευάγγελος Διαμαντόπουλος αφηγείται σχετικά: «Στο Καμποχώρι ήταν ένας κακός μπέης κι έκαναν πόλεμο οι αντάρτες με τους γκέκηδές του. Τον μπέη αυτόν τον έκλεψαν τότε και τον πήγαν προς τα Πιέρια. Τον είπαν όσα καλά είχε τόσα κιλά λίρες να τους πάει. Τους τις πήγε και τον άφησαν. Ήταν πολύ κακός, όπως μας έλεγαν οι παλαιότεροι.
Η σπουδαιότητα των άνω ενθυμήσεων, έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι διασώζουν σχεδόν στο ακέραιο (τουλάχιστον η πρώτη) την ανάμνηση ενός υπαρκτού συμβάντος για να αποδειχτεί ακόμη μία φορά ότι η λαϊκή μνήμη όταν αφήνεται αβίαστη, να ξεδιπλώσει τον μίτο της, αποτελεί πραγματικό θησαυρό για την ιστορία και την λαογραφία του τόπου.
Πράγματι λοιπόν υπήρξε απαγωγή ενός αποστράτου Βρετανού αξιωματικού με το όνομα Synge από κάποιον λήσταρχο Νίκο και σε περίοδο μόλις 2 χρόνια μετά την επανάσταση των Ελλήνων που ξέσπασε στην περιοχή μας και στα γειτονικά Πιέρια το 1878.
Στο βιβλίο του Ευαγγέλου Κωφού «Ο αντάρτης Επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος» που αναφέρεται στα απομνημονεύματα του άνω Επισκόπου και στην εξέγερση της Πιερίας 1878, το οποίο και συνιστώ προς ανάγνωση σε όλους τους Ρουμλουκιώτες, διαβάζουμε τα εξής: «σελ. 100. Τη 3 Νοεμβρίου ήμην (ο επίσκοπος Νικόλαος) τη Μονή της Μακρυρράχης, όπου είχον μείνει δύο ημέρας. Περί την μεσημβρίαν. ενώ έμελλον να αναχωρήσω δια την Ράδανη ήλθεν ο κεχαγιάς των ποιμνίων της Μονής μετά του ποιμένος λέγοντες ότι επτά λησταί υπό τον λήσταρχον Νίκον (τον νυν περίφημον καταστάντα δια της απαγωγής του Άγγλου Synge, παρ’ ο έλαβε 12 χιλ. λίρας λύτρα) παρουσιασθέντες εις το ποιμνιοστάσιον του μοναστηρίου ζητούσιν ωρισμένον ποσόν άρτου, τυρό και οίνου».
Συνέχεια από την σελ, 108, υποσημείωση του συγγραφέα, υπ΄ αριθμ. 44: «Η απαγωγή του αποστράτου Βρετανού αξιωματικοί Synge, που είχε χρησιμοποιηθεί επανειλημμένως από την Βρετανική Πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως σ’ εμπιστευτικές αποστολές ανά την Μακεδονία στην περίοδο 1876 – 1878. συνέβη στις αρχές 1880 και προκάλεσε μεγάλο θόρυβο. Όταν οι Βρετανό πείστηκαν πως οι Τουρκικές αρχές ήταν ανίκανες να συλλάβουν τον λήσταρχο Νίκο, αποφάσισαν να καταβάλουν οι ίδιοι τα λύτρα για την απελευθέρωση του Synge. Το ενδιαφέρον είναι ότι τα λύτρα προέρχονταν από την φορολογία των Κυπρίων και προορίζονταν για την εξόφληση του Βρετανικού χρέους προς τον Σουλτάνο. Χωρίς να το γνωρίζει ο φοβερός εκείνος λήσταρχος του Ολύμπου πήρε με το αζημίωτο βέβαια διπλή εκδίκηση για χάρη των Κυπρίων. Από τη μία ο Σουλτάνος χρεώθηκε τις 12.000 λίρες, ενώ το Βρετανικό θησαυροφυλάκιο, στο οποίο ουσιαστικά θα κατέληγε το ποσό έναντι άλλων παλαιών τουρκικών χρεών, ουδέποτε είδε τις λίρες των Κυπρίων στα Ταμεία του (Α4Ε, 4/1-1880 – Εκθέσεις Προξενείου Θεσ/νίκης, Φεβρουαρίου -Μαρτίου 1880)».
Όπως διαπιστώνεται, οι κάτοικοι της Τριχοβίστας συνδράμοντας στην απαγωγή στο χωριό τους τον Synge από τον λήσταρχο Νίκο, άσχετα το γεγονός ότι υπήρχε ως κίνητρο η απόδοση λύτρων, προσέφεραν το πιο πιθανόν εν αγνοία τους, σημαντικότατη Εθνική υπηρεσία.
Σταμάτησαν τις εχθρικές για τα ελληνικά συμφέροντα και δίκαια της εποχής δραστηριότητες του Synge, εξευτέλισαν στα μάτια των Βρετανών την Οθωμανική αυτοκρατορία, τον ίδιο τον Σουλτάνο και τον Τουρκικό στρατό, ζημίωσαν οικονομικώς το Σουλτανικό Ταμείο με το σεβαστότατο ποσό των 12.000 λιρών, σαφώς θα ικανοποίησαν τους αδελφούς Κυπρίους όταν θα πληροφορήθηκαν ότι το συγκεντρωθέν με το δικό τους αίμα και ιδρώτα ποσό, που θα αποπλήρωναν οι βρετανοί το χρέος τους προς τον Σουλτάνο για την «αγορά» της Κύπρου απωλέσθηκε και κατέληξε σε Ελληνικά χέρια και τέλος αφαίρεσαν από το Βρετανικό θησαυροφυλάκιο. Το ίδιο ποσό που θα κατέληγε αυτό τελικά για την αποπληρωμή παλαιοτέρων τουρκικών χρεών…
Περισσότερα όμως στοιχεία για το γεγονός της απαγωγής του Synge θα είμαι σε θέση να παρουσιάσω αργότερα, όταν θα ολοκληρωθεί η σχετική έρευνα μου, που βρίσκεται σε εξέλιξη και αφορά το Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών και τις εφημερίδες της εποχής στην Θεσ/νίκη, την Αθήνα, την Κωνσταντινούπολη, το Λονδίνο και την Κύπρο.

Οι ασχολίες των κατοίκων

Οι κάτοικοι της Τριχοβίστας ήταν κολίγοι (γερατζήδες) στους μπέηδες, καλλιεργώντας τα κτήματα τους. όπως άλλωστε όλοι οι Ρουμλουκιώτες. Βέβαια στο Ρουμλούκι δεν υπήρχε το καθεστώς της στυγνής και πλήρους δουλοκρατίας που υπήρχε στον δυτικό κόσμο ή στους κολίγους της Θεσσαλίας μετά την απελευθέρωσή της από τους Τούρκους. Ο Ρουμλουκιώτης γερατζής είχε την ελευθερία, αν το ήθελε, να εγκαταλείψει κάποιον μπέη και να επιλέξει άλλον, ακόμη και να μετακομίσει σε έτερο οικισμό. Η συνεργασία με τον. μπέη είχε ετήσια χρονική διάρκεια και ανανεώνονταν με την σύμφωνη γνώμη και των δύο, ενώ συχνά υπέγραφαν και σχετικό συμφωνητικό. Κάθε χρόνο ο Τριχοβιστιανός δήλωνε στον επιστάτη τον μπέη του, με βάση βέβαια και τον αριθμό των ενήλικων αρρένων μελών της οικογένειάς του, τα στρέμματα που επιθυμούσε να καλλιεργήσει, την ονομαζόμενη «μπάσινα». Αν δεν είχε ζευγάρι ή σπόρο για την σπορά, του προσέφερε ο μπέης, με την υποχρέωση όμως να του επιστρέψει την ποσότητα του γεννήματος και υγιή τα βόδια του.
Οι συνήθειες καλλιέργειες ήταν ο αραβόσιτος και σε μικρότερη έκταση σιτάρι και κριθάρι, γιατί ήταν ευπαθής στις συχνές πλημμύρες του Αβδελά, του Αλιάκμονα και του Βάλτου. Οι άνω καλλιέργειες φορολογούνταν, ενώ αφορολόγητες ήταν το σουσάμι, τα φασόλια, οι φακές, τα ρεβίθια, το λαθήρι, το κεχρί, η βρώμη και ένα άλλο είδος ζωοτροφής, το ρύζι.
Το καλαμπόκι, οι γεωργοί της Τριχοβίστας το μετέφεραν με τα αμάξια τους στα κονάκια και το ξεφλούδιζαν με την συμμετοχή στην εργασία όλων των μελών της οικογένειας τους. κατόπιν, με μία ξύλινη κάσα μοίραζαν το μισό για τον μπέη και το μισό γι’ αυτούς. Το μερίδιο του μπέη το αποθήκευαν πάντα υπό τα βλέμματα των επιστατών (σουμπασήδων) στους κουτσερούς του κονακιού και μετά τους δινόταν η άδεια να πάρουν το δικό τους και να φύγουν στα σπίτια τους.
Για το σιτάρι υπήρχε η ακόλουθη διαδικασία. Αφού θέριζαν τα χωράφια, μετέφεραν με τα αμάξια τους τα δεμάτια στο κονάκι και τα τοποθετούσαν ανά 13 σε θημωνιές (στάβες). Ο επιστάτης μετρούσε τις θημωνιές και επέλεγε 13 δεμάτια, για να τα αλωνίσει ο γεωργός, σαφώς τα πιο γεμάτα. Ο γεωργός τα αλώνιζε και μετριόνταν με τις κούτλες (ξύλινο δοχείο περιεκτικότητας 12 οκάδων) το γέννημα που έδιναν τα 13 δεμάτια, για να το πολλαπλασιάσει ο επιστάτης με το σύνολο των θημωνιών. Έτσι υπολογίζονταν το σύνολο της παραγωγής. Απ’ αυτό αφαιρούνταν το 10% που θα απέδιδε ο γεωργός ως φόρο (δεκάτη) στο τουρκικό κράτος και το υπόλοιπο 90% το μοιράζονταν από μισό ο μπέης και ο γεωργός.
Οι τριχοβιστιανοί βέβαια, για να ελαφρυνθούν από την δυσβάστακτη αυτή φορολογία, πήγαιναν κρυφά το βράδυ στα χωράφια τους έκοβαν όσο περισσότερο καλαμπόκι μπορούσαν και το έκρυβαν επιμελώς κάτω από τις κόπες (κουκούλες) του ραγαζιού (άγριο ψαθοκάλαμο) με το οποίο ήταν σκεπασμένα τα σπίτια τους. Για το σιτάρι, συνήθως χρημάτιζαν τους επιστάτες, για να μετρήσουν λιγότερη παραγωγή στο αλώνι ή να παραβλέπουν όταν έριχναν κατά το λίχνισμα τον σπόρο στα άχυρα, για να μετρηθεί λιγότερη ποσότητα στα 13 δεμάτια, που θα αποτελούσαν τον οδηγό για τον υπολογισμό του συνόλου της παραγωγής.
Όσες χρονιές καταστρέφονταν η παραγωγή του σιταριού από τις πλημμύρες, οι Τριχοβιστιανοί προμηθεύονταν άχυρο ως ζωοτροφή κυρίως από το χωριό Κορυφή, αγοράζοντας το με τα γαλίκια (κοφίνια) ή ανταλλάσσοντας το με ψάθες, ψάρια, χέλια και άλλα γεννήματα.
Αφορολόγητη όμως ήταν και η αλιεία στο Βάλτο όπως επίσης και η κτηνοτροφία. Ως εκ τούτου έτρεφαν κοπάδια ολόκληρα με μικρά ή μεγάλα ζώα, τα οποία βοσκούσαν είτε στον Βάλτο (οι αγελάδες και τα βουβάλια), είτε σε βοσκότοπους (κασλάδες) που ενοικίαζαν από τους μπέηδες.
Η αλιεία εξασκούνταν στον Βάλτο σχεδόν απ’ όλους τους κατοίκους. Οι Τριχοβιστιανοί με τις πλάβες τους (βάρκες χωρίς καρίνα) εισέρχονταν στον Βάλτο και ψάρευαν χέλια, γριβάδια, γλινάρια, περκιά, τούρνες και γουλιανούς, χρησιμοποιώντας τα τόσο για την διατροφή των οικογενειών τους, όσο και για να τα εμπορευτούν με Βεροιώτες και Ναουσαίους ιχθυεμπόρους. Κάποιοι πιο εύποροι ψάρευαν αν όχι μόνο με το καμάρι, τα δίχτυα και τα νταούλια, αλλά και με τα κατίκια, που ήταν διαδοχικά φράγματα κατασκευασμένα με πλέγματα καλαμιών. Μεταξύ αυτών μνημονεύονται οι Γεώργιος Τολιόπουλος, Στέφανος Μπαντής και Κων/νος Παπαδόπουλος που είχαν και δικές τους μικρές καλύβες για την διανυκτέρευσή τους στον Βάλτο. Για τον ίδιο σκοπό, χρησιμοποιούσαν και την καλύβα στην τούμπα της Τριχοβίστας, την οποία και θα περιγράψω στην αναφορά μου για τον Μακεδονικό Αγώνα. Η δε πρόσβαση τους στον Βάλτο γίνονταν από δύο σκόλες που υπήρχαν στις περιοχές «Ψήλωμα» και «Καρά Τσαϊρι¨ και πιο σπάνια δια μέσω του Αβδελά.
Ιδιαίτερη όμως μνεία πρέπει να γίνει και για την περισυλλογή βδελλών (αβδέλλες), κυρίως από τον Αβδελλά τις οποίες πωλούσαν σε εβραίους εμπόρους της Θεσ/νίκης. Οι τελευταίοι τις εξήγαγαν για ιατρική χρήση στην Ευρώπη και πιο συχνά στην Αυστρία.

Εμπορική Δραστηριότητα

Οι κάτοικοι της Τριχοβίστας, λόγω της υποχρεωτικής τους απασχόλησης με την καλλιέργεια των κτημάτων των μπέηδων για να εξασφαλίσουν την παραμονή τους στο χωριό, δεν επιδίδονταν σε εμπορικές δραστηριότητες. Μόνο ο Βασίλειος Μπαλτζής, πατέρας του ιερέα Δημήτρη, μετά το 1885 άρχισε να εμπορεύεται τα ζώα του (αγελάδες), οδηγώντας τα οδικώς στην Ελεύθερη Ελλάδα, στην Λάρισα και κατόπιν ειδικής άδειας, που του χορηγούνταν από τις τουρκικές αρχές γι’ αυτό το σκοπό. Στην Λάρισα μάλιστα, η συναναστροφή του με γνωστούς εμπόρους της πόλεως, υπήρξε η αιτία να μυηθεί αρκετά νωρίς στις επαναστατικές ιδέες για την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τους Τούρκους και κατόπιν στην οργάνωση των γηγενών Μακεδόνων έναντι των Βουλγαρικών βλέψεων στην περιοχή. Στην Λάρισα επίσης γνωρίστηκε και συνεργάστηκε για εθνικούς σκοπούς με τους Βεροιείς προύχο¬ντες Σιορ Μανωλάκη, Βελτσίδη, Βλαχογιάννη, Καραμπατάκη, Αφοί Βαφείδη κ.α. Οι υπόλοιποι κτηνοτρόφοι πωλούσαν τα ζώα τους στην Βέροια. και την Θεσ/νίκη ή στις εμποροπανηγύρεις στον Γιδά και στα Γιαννιτσά. Για τον ίδιο σκοπό ερχόταν στο Ρουμλούκι ο επίσης εβραίος έμπορος της Θεσ/νίκης, ενώ τα κοπάδια των προβάτων τους τα οδηγούσαν πεζή στην άνω πόλη λίγες ημέρες πριν το εβραϊκό ή το ορθόδοξο Πάσχα.
Στο χωριό, η μοναδική εμπορική δραστηριότητα ήταν η ύπαρξη ενός μπακάλικου (χάνι), που λειτουργούσε και ως καφενείο και στεγάζονταν σε ένα ευτελές οίκημα, ιδιοκτησίας του Ιερού Ναού Αγ. Γεωργίου (βακούφικο). Από το ναό το νοίκιαζε ο μπακάλης (χατζής), δίνοντας ένα μικρό ποσό ως ενοίκιο, καθώς άλλωστε τα εμπορεύματά του ήταν πολύ περιορισμένα και αφορούσαν κυρίως τις βασικές ανάγκες των κατοίκων. Επί σειρά δεκαετιών το ενοίκιαζε ο Γρηγόριος Ματόπουλος του Εμμανουήλ (ο παππούς ο πασάς), που ταυτόχρονα καλλιεργούσε ως ραγιάς και κτήματα του Ρουφάτ μπέη και αργότερα της Μονής των Αγίων Αναργύρων Νησίου. Μετά απ’ αυτόν το ενοικίαζε ο Γεώργιος Τσαμίδης. Για τις αγορές τους, οι Τριχοβιστανοί επισκέπτονταν την αγορά της Βέροιας και του Γιδά, καθώς και τις εβδομαδιαίες λαϊκές αγορές τους (παζάρια). Συναλλάσσονταν επίσης και με εβραίους πλανόδιους εμπόρους (μπαϊάδες) της Θεσ/νίκης και της Βέροιας, που περιόδευαν τα Ρουμλουκιώτικα χωριά ή του Έλληνες που έστηνα τις πραμάτειες τους στις ετήσιες πανηγύρεις της περιοχής, όπως π.χ. της Μονής των Αγίων Αναργύρων και των εξωκκλησιών του Αγίου Γεωργίου στον Γιδά και της Αγίας Αικατερίνης στην Επισκοπή και αργότερα της Αγίας Κυριακής πλησίον του Λουτρού.

Τοπική Αυτοδιοίκηση

Στην Τριχοβίστα, όπως και σε όλα τα Ρουμλουκιώτικα χωριά της περιοχής, λειτουργούσε κατά την ύστερη εποχή της τουρκοκρατίας το σύστημα της διοίκησης των Κοινοτήτων, που διοικούνταν και εκπροσωπούνταν ως οικισμός έναντι των μπέηδων και των αρχών από τον Μουχτάρη (Πρόεδρο) και τους Αζάδες (Συμβούλους). Η εκλογή τους γίνονταν με καθολική άμεση ψηφοφορία δια της ανατάσεως των χεριών όλων των ενηλίκων αρρένων κατοίκων του χωριού. Συνήθως εκλέγονταν οι πιο εύποροι και διατηρώντας φιλικές σχέσεις με τους μπέηδες, ενώ συχνά οι τελευταίοι παρενέβαιναν προκειμένου να επιβάλλουν την δική τους επιλογή και πρόταση. Ως Μουχτάρηδες μνημονεύονται οι: Γρηγόριος Ματόπουλος και Ιωάννης Τολιόπουλος και ως τελευταίος πριν την Απελευθέρωση του 1912, ο Γρηγόριος Καραλιόπουλος (Ζάχαρος).
Το χωριό εξακολουθούσε να διοικείται με το ίδιο σύστημα και μετά την Απελευθέρωση μέχρι το 1918, οπότε στις 28 Ιουνίου με Βασιλικό Διάταγμα ( ΦΕΚ Α152/1918 ) υπάχθηκε στην υπό σύσταση Κοινότητα της Επισκοπής μαζί με τα Καβάσιλα, Σκυλίτσι, Σταυρό και Επισκοπή. Τότε είχε 259 κατοίκους, Έλληνες Χριστιανούς Ορθόδοξους.

Ο Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου

Ο Ενοριακός ναός της Τριχοβίστας ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Γεώργιο. Παλαιότερος ναός προϋπήρχε στην παλιά θέση της Τριχοβίστας, ο γύρω χώρος του οποίου ονομάζεται σήμερα ως αγροτική τοποθεσία «Παρεκκλήσι». Για πολλά χρόνια μετά την μετοικεσία τους οι Τριχοβιστιανοί εκκλησιάζονταν στον παλαιό αυτό ναό, ενώ στο νέο οικισμό τους είχαν ένα μικρό μόνο εκκλησάκι.
Η καθυστέρηση της οικοδόμησης νέου ναού στο καινούργιο χωριό εύκολα δικαιολογείται, αν αναλογισθεί κανείς ότι απαιτούνταν σχετική άδεια από τους μπέηδες και τις τουρκικές αρχές, οι οποίες ούτως ή άλλως ήταν πάντοτε πολύ φειδωλές στην έκδοση σχετικών φιρμανιών, αλλά και αν δούμε την οικονομική κατάσταση των Τριχοβιστιανών, καθώς η οικοδόμηση ναού απαιτούσε μεγάλα ποσά, δυσβάστακτα για φτωχούς ραγιάδες.
Οι κατάλληλες συνθήκες δημιουργήθηκαν μόλις στα τέλη του 19ου αιώνα και έτσι μετά την εξασφάλιση της σχετικής άδειας από τους μπέηδες και τις αρχές, άρχισαν να οικοδομούν το νέο τους ναό στο ψήλωμα, όπου βρίσκεται ο σημερινός.
Με αρκετή προσωπική εργασία συγκεντρώθηκαν όλα τα απαραίτητα υλικά πέτρες που τις μετέφεραν με αμάξια από τα Πιέρια κεραμίδια που αγοράστηκαν από τα κεραμοποιεία της Θεσ/νίκης ή κατασκευάστηκαν από τους κατοίκους με χώμα που έπαιρναν από την τοποθεσία ¨Καρδιάκος¨. Τα αιωνόβια δέντρα έδωσαν την βαριά ξυλεία, τόσο για τους ξύλινους κίονες (4 ανά σειρά) διαμέτρου 0,50 εκ., που κρατούσαν την σκεπή, όσο και για τις αγκριντιές και τους παπάδες της τελευταίας. Τα θεμέλια σκάφτηκαν περί το 1 μέτρο κάτω από το επίπεδο του εδάφους, για να είναι ο ναός χαμηλότερος από τα γειτονικά κονάκια των μπέηδων, όρος άλλωστε που τέθηκε ευθύς εξαρχής προς τους Τριχοβιστιανούς από τους ίδιους τους μπέηδες, προκειμένου να δώσουν την άδειά τους.
Τα τεχνικά έξοδα πλήρωσε ο Αθανάσιος Φασούλας, πρόγονος της οικογένειας Γκογκόπουλου, ο οποίος πρόσφερε 100 χρυσές λίγες, όπως αναγράφονταν, σε μία πλάκα μαρμάρινη μαζί με το έτος κτίσεως 1879, δεξιά της εισόδου στο εσωτερικό του ναού.
Ο ναός ήταν της ίδιας τεχνοτροπίας με τους υπόλοιπους ρουμλουκιώτικους της εποχής της Τουρκοκρατίας, δηλαδή ξυλόστεγη σαμαρωτή βασιλική, που χωρίζονταν σε τρία κλίτη με δύο σειρές κιόνων.
Είχε τον γυναικωνίτη, που χωρίζονταν από τον κυρίως ναό με ξύλινο καφασωτό πλέγμα και βέβαια το χαγιάτι (νάρθηκας) στη νότια κύρια είσοδο του, με τα πεζούλια απ’ άκρη σ’ άκρη του τοίχους, για να κάθονται μετά τη Θεία Λειτουργία οι εκκλησιαζόμενοι.
Οι τοίχοι του είχαν πλάτος περί τα 0,5 μέτρα, με εντοιχισμένες κατά διαστήματα χωμάτινες στάμνες για την καλύτερη ακουστική του χώρου. Στο εσωτερικό, υπήρχαν στους τοίχους τοιχογραφίες, οι οποίες αργότερα καλύφθηκαν με λαδομπογιά. Ιδιαίτερης μνείας αξίζει το περίτεχνο ψιλοδουλεμένο ξύλινο τέμπλο που κατά την λαϊκή μνήμη μεταφέρθηκε από το Άγιο Όρος όπως επίσης και οι παλαιές εικόνες, οι περισσότερες του 16ου και 17ου αιώνα.
Για την παλαιότερη αυτών εικόνα του Αγίου Γεωργίου, μνημονεύεται ότι μετά την μετοίκηση των Τριχοβιστιανών, την αφαίρεσαν χωρίς την άδεια τους από την παλαιά εκκλησία στο «Παρεκκλήσι» οι κάτοικοι της Ρέσινας (Βρυσάκι) και το βράδυ κατά τρόπο θαυμαστό επέστρεψε στην αρχική της θέση. Όλες πάντως οι εικόνες προέρχονταν από τον παλαιότερο ναό, την δε μεταφορά τους στο νέο επέβλεψε το 1879 ο ιερέας Δημήτριος Μπαλτζής.
Δυστυχώς, όμως ο ωραίος αυτός ναός, ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα αντιπροσωπευτικά δείγματα των ρουμλουκιώτικων ναών της ύστερης οθωμανικής εποχής, καταστράφηκε από πυρκαγιά την δεύτερα μέρα του Πάσχα το έτος 1985, 14 Απριλίου, από αδιευκρίνιστη μέχρι σήμερα αιτία. Από το εσωτερικό του δεν σώθηκε τίποτε, πέραν ενός μανουαλίου, της καμπάνας και του σιδερένιου σταυρού της οροφής, στερώντας μας από πολυτιμότατα εθνικά και θρησκευτικά κειμήλια.

Οι ιερείς του χωριού

Καθήκοντα εφημερίου στο ναό του Αγίου Γεωργίου διετέλεσαν κυρίως γηγενείς κάτοικοι του χωριού. Η λαϊκή μνήμη διέσωσε με χρονική σειρά τα ονόματα των παρακάτω: Ο Δημήτριος Μπαλτζής, όντας ιερέας κατά την οικοδόμηση του ναού το 1879, που ευτύχησε να δει την πολυπόθητη ελευθερία, καθώς απεβίωσε το 1913.
Τον διαδέχθηκε ο Ιωάννης Λαζόπουλος και αυτόν ο Ιερομόναχος Νικηφόρος, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Μετά απ’ αυτόν, ιερουργούσε για λίγα έτη ο παπά Γεράσιμος Διακόπουλος από τον Λουτρό και όταν αυτός εγκαταστάθηκε στο χωριό του, έγινε ιερέας ο Θεόδωρος Αλαμπουρινός.
Μετά τον θάνατο του ήρθε ο παπά Σταύρος Τζίκας από την Αρνισσα και όταν άλλαξε χωριό, ο Βασίλειος Κάρμης από το Ανεμοχώρι Ηλείας, που ήταν και ο πλέον εγγράμματος όλων, καθώς ήταν πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής και που απεβίωσε το 1996.
Τέλος πρέπει να αναφερθεί πως η Τριχοβίστα μέχρι το 1930 υπάγονταν διοικητικά στην Επισκοπή Κομπανίας, με έδρα την Κουλακιά (Χαλάστρα) και πως στο κτήμα που αγόρασε στο χωριό, έχτισε σπίτι και διέμενε για αρκετό διάστημα, συνήθως κατά το θέρος, ο τελευταίος Επίσκοπος Καμπάνιας Διόδωρος (κατά κόσμον Δημήτριος Κάρατζης).
Οι παλιότεροι μάλιστα τον θυμούνται να χρησιμοποιεί κατά τις μετακινήσεις του το παϊτόνι της Επισκοπής.

Το Δημοτικό Σχολείο της Τριχοβίστας

Στο χωριό λειτουργούσε ελληνικό σχολείο ήδη από το 1870, όπως φαίνεται από έναν χάρτη της εποχής του Instituto de Agostini Ronia, στον οποίο σημειώνονται οι εκκλησίες και τα σχολεία στα Βιλαέτια Μοναστηρίου – Θεσ/νίκης, με διαφορετικό χρώμα για τις εθνότητες που διαβιούσαν σ’ αυτές τις περιοχές (τα ελληνικά με κόκκινο χρώμα).
Σ’ έναν στατιστικό πίνακα του σχολικού έτους 1894 – 95, το σχολείο φαίνεται ως μονοτάξιο με 1 δάσκαλο και 15 μαθητές, τα δε έξοδα προς συντήρηση του ανέρχονταν σε 138 δραχμές.
Άλλες αναφορές για το σχολείο της Τριχοβίστας υπάρχουν τόσο στα τέλη του 19ου αιώνα, όσο και στις αρχές του 20ου.
Στους μετά την απελευθέρωση χρόνους, σε μία αναφορά του Επιθεωρητή των Δημοτικών σχολείων των υποδιοικήσεων Βέροιας – Κατερίνης της Νομαρχίας Θεσ/νίκης. του Β. Πατίτικα στις 23 Ιουνίου 1923, αναφέρεται ότι η Τριχοβίστα είναι χωριό όπου ομιλείται η ελληνική, έχει μονοτάξιο μικτό σχολείο με 1 δάσκαλο, 13 μαθητές, 5 μαθήτριες, σύνολο μαθητών 18 και κατάσταση σχολική κτιρίου καλή. Αρχικώς, οι μαθητές του χωριού παρακολουθούσαν μαθήματα στον νάρθηκα της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου και κατόπιν σε οίκημα που οικοδομήθηκε για να χρησιμοποιηθεί ως σχολείο, μετά φυσικά την έκδοση σχετικής τουρκικής άδειας.
Την εποχή του Μακεδονικού Αγώνα, δίδαξε σ’ αυτό ο Εμμανουήλ Σαμαράς από τον Γιδά, που συμμετείχε στην εθνική προσπάθεια ως πράκτορας και σύνδεσμος των Μακεδονομάχων για να εγκατασταθεί μονίμως στο χωριό όταν παντρεύτηκε γηγενή γυναίκα.
Επίσης, την ίδια εποχή, αλλά και αργότερα, δίδαξαν οι Στέφανος Βαφείδης από τη Βέροια και Κων/νος Κουρκούτας από τον Γιδά.
Λίγο πριν την απελευθέρωση του 1912, είχε 20 μαθητές, που παρακολουθούσαν μαθήματα μέχρι την Τετάρτη τάξη, καθώς οι Τούρκοι επέτρεπαν τη λειτουργία μόνο 4τάξιου Σχολείου. Όσοι γονείς είχαν την οικονομική άνεση έστελναν τα παιδιά τους για να τελειώσουν την 4ηκαι 5η τάξη στο Δημοτικό Σχολείο της Μονής των Αγίων Αναργύρων. Νησίου ή στον Γιδά και τη Βέροια.

Η Απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό το 1912

Η Τριχοβίστα απελευθερώθηκε μετά από τους τόσους αιώνες τουρκικής κατοχής τον Οκτώβριο του 1912 κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο. Πρώτοι εισήλθαν ως ελευθερωτές στο χωριό Έλληνες στρατιώτες μετά την απελευθέρωση της Βέροιας στις 16 Οκτώβρη, ερχόμενος από δυσμάς δια της αμαξωτής οδού Βέροιας – Θεσ/νίκης (Τζαντές).
Τα γεγονότα εκείνων των ημερών περιγράφουν πολύ παραστατικά τρεις γηγενείς γέροντες του χωριού, διατηρώντας την γοητεία και το αυθόρμητο τον αυτόπτη μάρτυρα. Οι αφηγήσεις των Βασιλείου Τζανόπουλου και Μιχάλη Τολιόπσυλου καταγράφηκαν από τον γράφοντα, ενώ τον Σαράντη Καραλιόπουλου από τον ερευνητή της ιστορίας της περιοχής Δημήτριο Μπέλλο και περιέχεται στο βιβλίο του «Η απελευθέρωση του Ρουμλουκιού και της Θεσ/νίκης’.
Αφήγηση Βασιλείου Τζανόπουλου, 9 χρόνων το 1912.
«Την βραδιά που ξεκίνησαν να οπισθοχωρούν σι Τούρκοι από την Βέροια προς την Θεσ/νίκη από τον Τζαντέ, ήρθε στο σπίτι μας ένας φίλος του πατέρα μου από το Παλαισχώρι. Πήγαινε στον μύλο των Καβασίλων να αλέσει σιτάρι και βλέποντας τους Τούρκους γύρισε στο χωριό μας για να μείνει το βράδυ και το πρωί να επιστρέψει στο χωριό του.
Στην Τριχοβίστα είχαμε μείνει λίγοι μόνο κάτοικοι, καθώς οι υπόλοιποι είχαν φύγει για να κρυφτούν στον Βάλτο. Η μεταφορά τους, κυρίως στα πάτωμα του Καλντιρμά, έγινε με τις πλάβες (βάρκες) αφού όλοι σχεδόν οι χωριανοί μας ήταν ψαράδες και είχαν πλάβες. Μέχρι να μεταφερθεί όλος ο κόσμος, οι πλαβατζήδες έκαναν αρκετά δρομολόγια. Στο χωριό μείναμε λίγοι, κυρίως άντρες και γέροι. Στον μαχαλά μας έμεινε η δική μας οικογένεια, γιατί η μάνα μου ήταν ετοιμόγεννη και φοβούνταν ο πατέρας μου να την σηκώσει και ο γείτονα μας Απόστολος Μιχαλόπουλος.
Οι Τούρκοι στην αρχή περνούσαν λίγοι λίγοι, μετά όμως πολλοί μαζί, μπουλούκια – μπουλούκια. Τους πρώτους διερχόμενους Τούρκους ακολούθησαν τότε και οι μπέηδες του χωριού μας, μαζί με τους Τζιανταρμάδες (Τούρκοι χωροφύλακες) οπό το Καρακόλι (Αστυνομία), που ήταν εγκατεστημένοι στο χωριό μας.
Όλο εκείνο το βράδυ περνούσαν Τούρκοι άτακτα και χωρίς να σταματήσουν. Εμείς βέβαια δεν κλείσαμε μάτι μέχρι να ξημερώσει. Το πρωί είδαμε τον γείτονα μας Απόστολο Μιχαλόπουλο να έχει μία χαλκοτσούκα στη φωτιά και να μαγειρεύει μαρκαντάρα (χυλός από αλεύρι αραβοσίτου). Την έδινε στους Τούρκους που περνούσαν από το σπίτι του, γιατί έβγαιναν από τον τζαντέ και πήγαιναν στα σπίτια ζητώντας φαγητό. Μερικοί ήρθαν και στο δικό μας και είπαν στο πατέρα μου: «Εκμέκ τζιορμπατζή’ (ψωμί νοικοκύρη) και αυτός τους απάντησε: «Εκμέκ γιοκ» (δεν έχει ψωμί) και με νοήματα τους εξηγούσε ότι του τελείωσε, γιατί έδωσε σε άλλους που πέρασαν πιο πριν.
Δύο όμως Τούρκοι μπήκαν στο αχούρι μας (στάβλος) και έβγαλαν έξω την φοράδα του Παλαιοχωρινού, που δεν πρόλαβε να φύγει για το χωριό του. Την σέλωσαν και αφού την καβαλίκεψαν, έφυγαν. Ο Παλαιοχωρινός θέλησε να τους σταματήσει, όμως δεν τον άφησε ο α πατέρας μου λέγοντας τον: ¨άς τους να φύγουν, τον μπελά θέλεις να βρούμε;» Δεν πείραξαν όμως οι Τούρκοι κανέναν απ’ όσους συγχωριανούς μας βρέθηκαν να μένουν στο χωριό. Μετά τις 10.00 π.μ. άρχισαν να λιγοστεύουν. Τότε ήρθε στο σπίτι μας ο Απόστολος Μιχαλόπουλος και μάλωσε τον πατέρα μου γιατί κράτησε στο σπίτι την οικογένεια μας, καθώς υπήρχε ο κίνδυνος να μας κάνουν κακό οι Τούρκοι και τον συμβούλεψε να πάμε στον Βάλτο.
Έτσι, ο πατέρας μου μας πήρε με την πλάβα του και πήγαμε στο πάτωμα του Καλντιρμά, όπου βρήκαμε τους συγχωριανούς μας. Εκεί, μείναμε το βράδυ και το πρωί όταν σταμάτησαν να διέρχονται οι Τούρκοι, όσοι χωριανοί παρέμειναν στο χωριό, χτύπησαν την καμπάνα για να μας ειδοποιήσουν να βγούμε έξω.
Όταν ακούσαμε την καμπάνα, μερικά παιδιά ανέβηκαν επάνω στη σκεπή της καλύβας του Καλντιρμά και είδαν κόσμο να τρέχει προς τον Βάλτο. Στην αρχή νόμισαν πως ήταν Τούρκοι και ετοιμαστήκαμε να φύγουμε πιο βαθιά στον Βάλτο για να μην μας βρουν. Μετά όμως, αναγνώρισαν τους συγχωριανούς μας και κατάλαβαν πως έρχονταν για να μας ειδοποιήσουν ότι πέρασαν οι Τούρκοι, για να επιστρέψουμε στο χωριό.
Βγαίνοντας από το Βάλτο πήγαμε στο χωριό και περιμέναμε να δούμε το Ελληνικό. Αν θυμάμαι πρέπει να ήταν 1-2 ημέρες μετά την απελευθέρωση της Βέροιας, όταν φάνηκαν στον τζαντέ να έρχονται από δυσμάς προς το χωριό οι πρώτες Έλληνες στρατιώτες.
Όλο το χωριό είχε συγκεντρωθεί στους Τζαντέ. Μπροστά ήταν ο δάσκαλος μας Μανώλης Σαμαράς και εμείς τα σχολιαρούδια. Μόλις είδαμε τους στρατιώτες, όλοι φωνάζαμε «ήρθε το Ελληνικό, ήρθε το Ελληνικό». Οι άντρες πετούσαν ψηλά τα κόκκινα φέσια, που τους υποχρέωσαν να φοράνε οι Τούρκοι μετά το Χιουρέτι το 1908 (Σύνταγμα των Νεότουρκων) και τα ποδοπατούσαν όταν έπεφταν στην γη. Την ίδια ώρα ο Θωμάς Τολιόπουλος και ο Στέφανος Μπαντής, έβαζαν φωτιά στο «κόκκινο κονάκι» γιατί ήταν βαμμένο κόκκινο και θύμιζε την Τουρκιά. Μόνο τα ντου-βάρια του έμειναν όρθια, όλα κάηκαν. Βλέπεις μπήκαμε στον Βάλτο ραγιάδες και βγήκαμε ελεύθεροι.
Μετά την υποδοχή των Ελλήνων στρατιωτών, όλοι οι χωριανοί πήγαμε στα κονάκια των μπέηδων και πήραμε από τις αποθήκες και τους κουτσερούς τους όσο γέννημα βρήκαμε και από τα αχούρια τις αγελάδες και τα άλογά τους. Τα μοιράστηκαν όλες οι οικογένειες του χωριού. Η περιουσία αυτή των μπέηδων αποκτήθηκε από τον δικό μας ιδρώτα. Μας έπαιρναν το δέκατο για’ το κράτος και από το υπόλοιπο της παραγωγής το μισό γι’ αυτούς, γιατί ήμασταν ραγιάδες και καλλιεργούσαμε τα κτήματα τους.
Αργότερα όμως, ο ελληνικός στρατός θέλησε να τα επιτάξει και τα γύρεψε πίσω. Μας υποχρέωσε να τα παραδώσουμε. Τα συγκέντρωναν μπροστά στο καμένο «κόκκινο κονάκι». Εκεί τα παρέδιδαν οι χωριανοί μαζί με άλλους από τα γειτονικά χωριά, που έκαναν το ίδιο στους μπέηδες τους. Τις επόμενες ημέρες ακούγαμε την μάχη στα Γενιτσά και μετά μάθαμε πως παραδόθηκε η Θεσσαλονίκη. Αυτά θυμάμαι από εκείνες τις ημέρες. Τα θυμάμαι καλά. Βλέπεις ήμουν τότε μεγάλο παιδί, 9 χρονών!! Αφήγηση Μιχάλη, Τολιόπουλου 7 χρονών το 1912.
«Το 1912, Οκτώβρη μήνα πριν του ‘Αη Δημήτρη χτύπησε, ένα βράδυ η καμπάνα και’ ειδοποιήθηκε το χωριό πως θα περνούσε από τον Τζαντέ ο Τουρκικός στρατός , οπισθοχωρώντας από την Βέροια. Στον νάρθηκα της εκκλησίας, πήραν την απόφαση οι παλιοί να φύγουμε απ’ το χωριό για να μην μας πειράξουν οι Τούρκοι. Τους είχε πάρει το κατόπι ο Ελληνικός στρατός και φοβόμασταν μην μας κάνουν ζημιά…
Οι περισσότερες χωριανοί συγκεντρωθήκαμε στο οικόπεδο του Βασίλη Καραβάρα στον «πέρα μαχαλά» για να κάνουμε παρέα και να κινήσουμε όλοι μαζί για να μπούμε στον Βάλτο και να κρυφτούμε στα πατώματα, μέχρι να περάσει η δύσκολη ώρα, να φύγουν όλοι οι Τούρκοι.
Στη βιασύνη τους όμως, με ξέχασαν και όταν το κατάλαβαν, γύρισε πίσω ο Γρηγόρης Ματόπουλος, ο παππούς ο παβιάς όπως τον λέγαμε στο χωριό και με βρήκε ακούγοντας τα κλάματα μου. Με ανέβασε στο καπούλια του αλόγου του και πήγαμε στην σκάλα, όπου βρήκαμε όλο τον κόσμο που ανέβαινε στις πλάβες για να μπει στον Βάλτο.
Στο χωριό μείναμε λίγοι, κάποιοι άντρες και οι πολύ γέροι, που δεν μπορούσαν να μετακινηθούν. Οι Τούρκο; περνούσαν μπουλούκια – μπουλούκια και πολλοί πηδούσαν τους τράφους (χαντάκια) που υπήρχαν δίπλα στον Τζαντέ και έμπαιναν στο χωριό για να γυρέψουν ψωμί. Ήταν πολύ πεινασμένοι. Ο πατέρας μου, μας έλεγε πως έβαλε σκόπιμα την μανιά μας (γιαγιά) να κάθεται στα μπροστά (πρόστωος) και να κοσκινίζει με την σήτα αλεύρι, για να καταλαβαίνουν οι Τούρκοι πως δεν υπήρχε έτοιμο ψωμί και να φεύγουν, όπως και γίνονταν.
Όταν πέρασαν όλοι οι Τούρκοι, βγήκαμε και εμείς από τον Βάλτο. Περιμέναμε να δούμε τους Έλληνες στρατιώτες και μαζευτήκαμε στον Τζαντέ. Μπροστά ήμασταν τα παιδιά του σχολείου με τον δάσκαλο Μανώλη Σαμαρά. Μόλις τον αντικρίσαμε, άρχισε όλος ο κόσμος να χειροκροτά και να φωνάζει «ήρθε το ελληνικό, ξελευτερωθήκαμε». Οι άντρες πετούσαν ψηλά τα φέσια τους και άλλοι τα σχίζανε και άλλοι τα ποδοπατούσαν. Πολλοί γέροι έκλαιγαν, γιατί πρόλαβαν να δουν το ελληνικό στα χωριά τους. Τότε ο Θωμάς Τολιόπουλος μαζί με τον Στέφανο Μπαντή, έβαλαν φωτιά το «κόκκινο κονάκι» για να μην μας θυμίζει την Τουρκιά στο χωριό μας».
Αφήγηση Σαράντη Καριαλόπουλου, έτος γέννησης 1907. (Από το βιβλίο του Δημ. Μπέλλου «Η απελευθέρωση του Ρουμλουκιού και η παράδοση της Θεσ/νίκης», σε. 230).
«Οι κάτοικοι του Καμποχωρίου, εκείνες τις ημέρες είχαν κρυφθεί στον βάλτο, αφού προηγουμένως έκρυψαν σε ασφαλή σημεία τα πολυτιμότερα αντικείμενα τους. Η οικογένεια του με την βάρκα του παππού του που ήταν τροφοδότης και μεταφορέας κατά την διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα μεταφέρθηκε και διανυκτέρευσε στο ¨Βάλτο» στην Καλύβα Τούμπα. Στο χωριό παρέμειναν ελάχιστοι ηλικιωμένοι κάτοικοι που δέχθηκαν τις επισκέψεις των πεινασμένων Τούρκων, οι οποίοι περνούσαν χωρίς να πειράξουν το χωριό. Στην ανατομική παρυφή του Καμποχωρίου υπήρχε ένα διώροφο κτίριο, όπου στεγαζόταν η Τουρκική αστυνομία. Οι Τούρκοι αστυνομικοί το εγκαταλείψαν και ακολούθησαν την πορεία του στρατού τους. Στο χωριό υπήρχαν τότε τρία κονάκια και κάποτε σ’ ένα απ’ αυτά διεξήχθη και ολιγόωρη μάχη μεταξύ των δυο Τούρκων μπέηδων. Το ένα από τα τρία κονάκια, που οι κάτοικοι το ονόμαζαν «κόκκινο κονάκι» το έκαψαν πριν έρθει το ελληνικό δυο παλαίμαχοι Μακεδονομάχοι της περιοχής, ο Θωμάς Τολιόπουλος και ο Στέφανος Μπαντής».

Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος – Τα Συμμαχικά στρατεύματα

Το 1914-15 σ’ όλα τα Ρουμλουκιώτικα χωριά στρατοπέδευσαν στρατεύματα των Συμμάχων, που λάμβαναν μέρος στις επιχειρήσεις του λεγόμενου ¨Μακεδονικού Μετώπου» και απαρτιζόταν από Γάλλους, Ρώσους, Άγγλους και επιστρατευμένους από τις Γαλλικές και Αγγλικές αποικίες, όπως Μαροκινούς νέγρους (αραπάδες) και άνδρες από την Ινδοκίνα.
Στην Τριχοβίστα στρατοπέδευσαν Γάλλοι και νέγροι Μαροκινοί. Οι μεν Γάλλοι διέμεναν σε καταυλισμό σκηνών που έστησαν έξω από το χωριό σε ακαλλιέργητες εκτάσεις (μπαϊρια) και στο οικόπεδο του Βασιλείου Τζανόπουλου, οι δε Μαροκινοί στο χώρο μπροστά από το Δημοτικό σχολείο. Στην τοποθεσία «Κεραμυδαργιό» είχαν τα μαγειρείο τους και νερό προμηθεύονταν από τις βρύσες που υπήρχαν στα κονάκια.
Η διαμονή τους διήρκεσε 6 μήνες και οι σχέσεις τους με τους κατοίκους του χωριού ήταν αρκετά προβληματικές. Αξιοσημείωτο δε έμεινε το γεγονός ότι οι νέγροι μαγείρευαν και έτρωγαν τα φίδια και τις χελώνες με τις οποίες έκαναν ένα είδος σούπας.

Η γρίπη του 1918

Το 1917 εκδηλώθηκε μία μορφή γρίπης στην Ευρώπη που έλαβε διαστάσεις καθολικής επιδημίας με πάνω από 25.000.000 θύματα σ’ όλη την ήπειρο και έγινε γνωστή ως Ισπανική γρίπη.
Η ασθένεια εκδηλώθηκε και στο Ρουμλούκι το 1918 με πάρα πολλά θύματα. Την μετέδωσαν οι στρατιώτες των Συμμαχικών στρατευμάτων που στρατοπέδευαν στην περιοχή. Στα περισσότερα χωριά εκδηλώθηκαν δεκάδες κρούσματα και ελάχιστοι ασθενείς επιβίωσαν, με αποτέλεσμα να απολεσθεί το 20-30% του πληθυσμού τους, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων ήταν παιδιά και νέοι ηλικίας 15-30 ετών. Η Τριχοβίστα, σε αντίθεση με τα γειτονικά της χωριά Νησί, Επισκοπή και Λουτρό, είχε μόνο ένα θύμα, τη νεαρή σύζυγο του Προκοπή Παπαδόπουλου. Με την πρώτη εμφάνιση της ασθένειας, τέθηκε σε άμεση εφαρμογή το μέτρο της καραντίνας, που οι Ρουμλουκιώτες εφάρμοζαν σε αντίστοιχες επιδημίες, όπως επίσης και στην πανώλη ή τη χολέρα. Έτσι σι Τριχοβιστιανοί δεν επισκέπτονταν τα γειτονικά χωριά ούτε επέτρεπαν στους κατοίκους αυτών να εισέλθουν στην Τριχοβίστα. Η αυστηρότητα δε της καραντίνας εφαρμόστηκε κυρίως στα παιδιά και στους εφήβους με αποτέλεσμα το χωριό να προστατευτεί σε σημαντικό βαθμό.

Το καθεστώς ιδιοκτησίας της γης στο αγρόκτημα της Τριχοβίστας μετά την απελευθέρωση και η αποκατάσταση των γεωργών της

Μετά την απελευθέρωση του 1912, το καθεστώς ιδιοκτησίας και χρήσης της γης στο αγρόκτημα της Τριχοβίστας ήταν το εξής:
Τα 13/40 είχαν αγοραστεί από τον Αλβανό Κερίμ Αμπντούλ Μπέη και τα υπόλοιπα 27/40 παρέμειναν χωρίς ιδιοκτήτη, αφού οι Τούρκοι μπέηδες εγκατέλειψαν την Μακεδονία το 1912. Έτσι οι Τριχοβιστιανοί καλλιεργούσαν όπου ήθελαν και όση έκταση επιθυμούσαν, χωρίς να αποδίδουν φόρο στους παλαιούς ιδιοκτήτες που βρίσκονταν στην Τουρκία.
Το 1923, ο Κερίμ Αμπντούλ. όντας Αλβανικής καταγωγής, εξαιρέθηκε της ανταλλαγής των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Διατήρησε την περιουσία του των 13/40 του αγροκτήματος, ενώ τα 27/40 απαλλοτριώθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο.
Το 1926 οι γιοι του Κερίμ μπέη, Μέγδη, Μεχμέτ και Σερβέτ έχοντας εξασφαλίσει ειδική άδεια από το Ελληνικό Υπουργείο Γεωργίας, πρότειναν στους κατοίκους της Τριχοβίστας να αγοράσουν την ιδιοκτησία τους προς 300 δρχ. το στρέμμα. Όλο το χωριό αρχικώς συμφώνησε και ορισμένοι μάλιστα έδωσαν προκαταβολή.
Στη συνέχεια όμως, παρενέβη ο Επίσκοπος Καμπάνιας Διόδωρος (κατά κόσμον Δη¬μήτριος Κάρατζης) και διέδωσε ψευδώς στο χωριό πως οι μπέηδες ζητούσαν επιπλέον 50 δρχ. ανά στρέμμα. Οι περισσότεροι τότε Τριχοβιστιανοί αντέδρασαν και αρνήθηκαν την εξαγορά των 13/40, εκτός λίγων οικογενειών που συμφώνησαν και με την πώληση ζώων και τη σύναψη δανείου από τη νεοϊδρυθείσα Αγροτική Τράπεζα αγόρασαν τα 11/40 με τη νέα προσφορά που δέχθηκαν και οι μπέηδες μετά την παρέμβαση του Επισκόπου Διόδωρου. Ο δε Επίσκοπος αγόρασε το 1/40 επ’ ονόματι της αδελφής του Πιρλάντης, σύζυγο Εμμανουήλ Οικονόμου και ο γιος του Κερίμ διατήρησαν το απόμειναν 1/40. Την ίδια επίσης χρονιά, ιδρύθηκε και ο Συνεταιρισμός του χωριού με πρώτο Πρόεδρο τον Μιχάλη Τολιόπουλο.
Η πρώτη διανομή κλήρου στους ακτήμονες γεωργούς της Τριβίστας. τόσο στους γηγενείς όσο και στους πρόσφυγες που είχαν ήδη εγκατασταθεί στο χωριό, έγινε το 1930, οπότε αποκαταστάθηκαν όλοι τους και έπαψαν να υπάρχουν σε μεγάλο βαθμό και ένταση οι προστριβές τους με τους ιδιοκτήτες συγχωριανούς τους των 11/40.
Το 1935, επισκέφθηκε το χωριό από την Αλβανία ο Μεγδή Αμπντούλ και εκπροσωπώντας και τους αδελφούς του Μεχμέτ και Σερβέτ, ζήτησε την άδεια από τους αγοραστές των 11/40 για να πουλήσει το 1/40 που τους ανήκε.
Οι αγοραστές του την παραχώρησαν έγγραφα και πρότεινε στον Κυριάκο Κυριαζόπουλο, ο οποίος ήταν πρόσφυγας και διέθετε έγγραφα αποζημίωσης του για την περιουσία που είχε στην πατρίδα του, να ανταλλάξουν τον τίτλο του 1/40 με τα έγγραφα της αποζημίωσης.
Ο Κυριαζόπουλος απέρριψε την πρόταση και ο Μεγδή Αμπντούλ απευθύνθηκε στον Γεώργιο Παπαδόπουλο. Όταν κι αυτός αρνήθηκε να συζητήσει την αγορά του ο Μεγδή βρήκε άλλους αγοραστές και το πούλησε. Το 1960 έγινε αναδασμός για τη συγκέντρωση της ιδιοκτησίας των χωραφιών και το 1968 η ρυμοτομία του Συνοικισμού. Ενάντια στο σχέδιο της ρυμοτομίας, υπέβαλαν ένσταση οι αγοραστές των 11/40 και δικαιώθηκαν από το Υπουργείο Γεωργίας, που τους χορήγησε 134 στρέμματα οικοπέδων. Το 1976 ο τότε Νομάρχης εξέδωσε απόφαση ακυρωτική της υπ. αριθμ. 15/29 αποφάσεως της Σ.Α. Βέροιας με το αιτιολογικό ότι υπήρχε κενό σ’ αυτήν
Οι αγοραστές των 11/40 αντέδρασαν με προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικράτειας το οποίο με την υπ’ αριθμ. 793/77 απόφασή του ακύρωσε την απόφαση του Νομάρχη.

Η συμμετοχή των κατοίκων της Τριχοβίστας στον Μακεδονικό Αγώνα

Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, όταν διαδραματίζονταν στο χώρο της ιστορικής Μακεδονίας τα συγκλονιστικά και σημαντικότατα για τις τύχες του ελληνισμού στην περιοχή γεγονότα του ονομαζόμενου Μακεδονικού Αγώνα, η Τριχοβίστα βρίσκεται και αυτή στο κέντρο των εξελίξεων, όπως και όλα τα ρουμλουκιώτικα χωριά, κυρίως όμως λόγω της γειτνίασης της με τον Βάλτο.
Στην λίμνη των Γιαννιτσών είχαν από καιρό ήδη εισέλθει ένοπλες ομάδες Βουλγάρων και Βουλγαροφρόνων Κομιτατζήδων, καταπιέζοντας και εκβιάζοντας τον ντόπιο ελληνικό πληθυσμό, προκειμένου να εκβουλγαριστεί δεχόμενος την εξαρχία της Βουλγαρικής εκκλησίας.
Τότε, οι χωρικοί της Τριχοβίστας, όντας φιλήσυχοι αλιείς οι περισσότεροι, δέχονταν καθημερινώς τις απειλές τους και πιο έντονα μετά την αποτυχία της ψευτοεπανάστασης του Πλιντεν, όταν ο Βάλτος είχε κατακλυστεί από τους Κομιτατζήδες. Έτσι, οι γερατζήδες (κολίγοι) Τριχοβιστιανοί είχαν να αντιμετωπίσουν για την επιβίωση τους πέρα από το ραγιάδικο καθεστώς των Τούρκων και Τουρκαλβανών μπέηδων ιδιοκτητών της γης και το σαθρό οθωμανικό κράτος και έναν νέο εχθρό, πιο επικίνδυνο για την φυσική του επιβίωση, τον υπαρκτό πλέον κίνδυνο των προσπαθειών για τον εκβουλγαρισμό ή την φυσική τους εξόντωση.
Η παραλίμνια θέση του χωριού, σε συνδυασμό με την είσοδο τους στην λίμνη προς αλίευση ή για κάθε άλλου είδους εκμετάλλευση της πανίδας και της χλωρίδας της, τους καθιστούσαν πολύ ευάλωτους στις εχθρικές διαθέσεις των Βουλγάρων, με τους οποίους υπήρχε ανά πάσα στιγμή η πιθανότητα να έρθουν απρόβλεπτα σε επαφή. Προς αποφυγή τέτοιου δυσάρεστου γεγονότος, οι Τριχοβιστιανοί ψαράδες περιόρισαν στο ελάχιστο την παρουσία στον Βάλτο και όταν εισέρχονταν έπαιρναν όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις για να μην συναντηθούν με Κομιτατζήδικες πλάβες (βάρκες), που καθημερινώς περιπολούσαν στα δαιδαλώδη υδάτινα μονοπάτια της ζούγκλας των καλαμιών και των ραγαζιών (ψαθόχορτο).
Ο Κ. Μπουκουβάλας (Καπετάν Μρατούντας), σε μία από τις επιστολές του που σώζονται στο αρχείο του, το έτος 1905 αναφέρει: «Τα χωριά Σκινά, Νησί, Τριχοβίστα και Σκυλίτσι είναι φοβισμένα από τους εν τη λίμνη Βουλγάρους και είναι ανάγκη να εμψυχωθούν».
Η κατάσταση βέβαια άρχισε να βελτιώνεται μετά την είσοδο στην Μακεδονία εθελοντικών Σωμάτων Μακεδονομάχων από την ελεύθερη Ελλάδα, υπό την εποπτεία του Ελληνικού Προξενείου Θεσ/νίκης και την αρχηγία έμπειρων και ικανών αξιωματικών του ελληνικού στρατού. Στην περιοχή της Τριχοβίστας εγκαθίσταται ο καπετάν Ματαπάς (Μιχάλης Αναγνωστάκος) στην καλύβα που κατασκευάστηκε από τους κατοίκους του χωριού στο πάτωμα της Τούμπας Τριχοβίστας. Στο ίδιο πάτωμα εγκαταστάθηκε στα τέλη Μαρτίου του 1906 και το Σώμα του καπετάν Παναγιώτη Παπατζανετέα (Μαύρος) και έδρασε με 12 άνδρες καθ’ όλη την διάρκεια του 1906 στο Βάλτο και στα γειτονικά χωριά, είτε μεμονωμένα, είτε σε συνεργασία με άλλα Σώματα, όπως των Μπενή, Δρά¬κου, Πρστούντα, Καραπάνου και Άγρα, διενεργώντας κατά την διάρκεια της ημέρας περιπολίες προς επιτήρηση των Βουλγαρικών καλυβών και των κινήσεων των Βουλγάρων και τη νύχτα προς διενέργεια επιχειρήσεων στην γύρω περιοχή, με κύριο μέλημα την αποκοπή των επικοινωνιών του Βουλγαρικού Κομιτάτου με την Βέροια και την ‘Έδεσσα και ελέγχοντας τους δρόμους Γιαννιτσών – Βέροιας και Γιαννιτσών – ‘Έδεσσας, στρατηγικού στόχου της ελληνικής προσπάθειας.
Η Τούμπα βέβαια της Τριχοβίστας που βρισκόταν βορειοανατολικά του χωριού μέσα στον Βάλτο, στο σύνορο περίπου της σημερινής Νησιώτικης αγροτικής τοποθεσίας «Λευκάρα* και του Καμποχωρινού «Ψήλωμα» και πλησίον στις όχθες της λίμνης, δεν ήταν κανονική Τούμπα όπως οι αντίστοιχες του Νησιού, αλλά την ονόμαζαν έτσι οι Τριχοβιστιανοί. Επρόκειτο για μία νησίδα, που εξείχε των υδάτων 1,5-2 μέτρα και την χρησιμοποιούσαν οι ψαράδες του χωριού για την διανυκτέρευση τους όταν εισέρχονταν στον Βάλτο για ψάρεμα. Η νησίδα αυτή ήταν μία μάζα από χώμα, καλάμια, ραγάζια και ρακίτες. Όταν πλημμύριζε η λίμνη τον χειμώνα, την σκέπαζαν τα νερά, όμως δεν παρέσυραν την καλύβα της, διότι ήταν κατασκευασμένη επάνω σε πάτωμα από μάζα δεματιών ραγαζιού και καλαμιών. Τα τοιχώματα της ήταν από πλοκό (πλέγμα) ρακίτας και είχαν ενισχυθεί με προχώματα για την ασφάλεια των διαμενόντων οπλιτών από τα εχθρικά πυρά και η κορυφή της σκεπάζονταν με κόπες (κουκούλες) ραγαζιού, που ανανεώνονταν κάθε χρόνο.
Ταυτόχρονα με την είσοδο και την εγκατάσταση στον Βάλτο των σωμάτων από την ελεύθερη Ελλάδα, οργανώθηκε καλύτερα και η συμμετοχή του γηγενή πληθυσμού του χωριού στον εθνικό αγώνα. Δύο μάλιστα κάτοικοι του διακρίθηκαν ιδιαίτερα ως οπλίτες στα σώματα και παράγοντες του αγώνα στην περιοχή. Πρόκειται για τους Θωμά Τολιόπουλο και Στέφανο Μπαντή. Ο τελευταίος δε, εξελίχθηκε σε ομαδάρχη, ενώ παρόμοια πρόταση δέχθηκε για την περιοχή της Χαλκιδικής και ο Τολιόπουλος, που αρνήθηκε για να μην βρίσκεται μακριά από το χωριό.
Οι υπόλοιποι κάτοικοι οργανώθηκαν σε επιτροπές αγώνος και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ανάλογα με τις εργασίες, που είχαν επιμεριστεί. Χρησιμοποιήθηκαν ιδιαίτερα ως επικουρικοί οπλίτες, όταν η περίσταση το απαιτούσε, μεταφορείς όπλων και πυρομαχικών από το Κλειδί στην Τριχοβίστα, ως πλαβετατζήδες (βαρκάρηδες) μεταφορείς πυρομαχικών και υλικών προς κατασκευή προχωμάτων στα ελληνικά πατώματα, ως τροφοδότες, οδηγοί, σύνδεσμος, εργάτες για την κατασκευή καλυβών και την διάνοιξη υδάτινων μονοπατιών με την κοπή του ραγαζιού και των καλαμιών και ως πληροφοριοδότες για τις κινήσεις της τουρκικής χωροφυλακής και του στρατού. Επίσης, στα σπίτια του χωριού διέμεναν οι διερχόμενοι Μακεδονομάχοι ή μέχρι την πλήρη ανάρρωσή τους οι τραυματίες από τις μάχες με τους Βουλγάρους. Οι δε γυναίκες του χωριού συνεισέφεραν εκτός από την φροντίδα των τραυματιών και με το πλύσιμο των ρούχων των ανδρών των σωμάτων του Βάλτου και με το ζύμωμα ψωμιού και πιττών για την τροφοδοσία τους.
Βέβαια, όλες οι αναφερόμενες δραστηριότητες των Τριχοβιστιανών απαιτούσαν πλήρη μυστικότητα και διακριτικότητα, διότι υπήρχε ο κίνδυνος της ανακάλυψης τους από τους Τούρκους και η επικρεμάμενη τιμωρία όλου του χωριού. Για να κατανοηθεί καλύτερα το μέγεθος του κινδύνου που διέτρεχαν, φθάνει να αναφερθεί ότι στο χωριό διέμενε μόνιμα ένας μπέης, οι υπόλοιποι κατά διαστήματα, όμως διαρκώς οι Τουρκαλβανοί επιστάτες και υπάλληλοι στα κονάκια τους (Χουσμεκιάρηδες) και 6-7 Τούρκοι χωροφύλακες εγκατεστημένοι στο Καρακάλι. Σ’ αυτούς έπρεπε να προστεθούν και οι δυνάμεις της χωροφυλακής και του στρατού, που διενεργούσαν εκτάκτους ελέγχους προς ανακάλυψη ανταρτών και οι δεκάδες Τούρκοι πολίτες που διέρχονταν από το χωριό από τον Τζαντέ, πηγαίνοντας προς Βέροια, προς Θεσ/νίκη και αντίθετα.
Στον Βάλτο, οι κάτοικοι της Τριχοβίστας εισέρχονταν με τις πλάβες τους από τις σκάλες που υπήρχαν έξω από το χωριό στις τοποθεσίες «Ψήλωμα» και «Καρά τσαίρ» ή διαμέσω του Αβδελά. Ο Αβδελάς προτιμούνταν περισσότερο, διότι είχαν την δυνατότητα να έχουν τις πλάβες τους μέσα στο χωριό και κοντά στα σπίτια τους. Οι δύο σκάλες χρησιμοποιούνταν όταν η αποστολή ήταν πολύ σοβαρή και ριψοκίνδυνοι και έπρεπε να ληφθούν πρόσθετα μέτρα για να μην αντιληφθούν τίποτε οι τούρκοι χωροφύλακες για τον σκοπό της μεταβίβασης τους στον Βάλτο ή για τα υλικά που θα μεταφέρονταν. Από τους Τριχοβιστιανούς διακρίθηκαν ιδιαίτερα για την συμμετοχή τους στον αγώνα, ο Βασίλης Μπαλτζής, πατέρας του παπά Δημήτρη Μπαλτζή, ο οποίος να και σε περασμένη ηλικία είχε μυηθεί στην εθνική προσπάθεια κατά τα ταξίδια του για εμπορικούς σκοπούς στη Λάρισα και συνεργάστηκε κυρίως με τους Βεροιώτες προύχοντες Βελτσίδη, Βλαχογιάννη, Καραμπατάκη, Σιορ Μανωλάκη και τους αδελφούς Κων/νο και Στέφανο Βαφείδη, οι Δημήτριος Μπαλτζής, Βασίλειος Καραλιόπουλος, Θωμάς Παπαδόπουλος, Ιωάννης Λαζόπουλος και Γρηγόριος Κοραλιόπουλος με την συλλογή τροφίμων και εφοδίων, οι Γρηγόριος Ματόπουλος και Ευάγγελος Δαρδαγιαννόπουλος ως σύνδεσμος και πληροφοριοδότες, οι Θωμάς Μπαντής, Δημήτριος Τζανόπουλος, Απόστολος Μιχαλόπουλος, Βασίλης Καραβάσας, Στέργιος Μπαλτζής ως πλαβατζήδες και ως οπλίτες οι Γεώργιος Αλαμπουρνός, Ιωάννης Τολιόπουλος και Θωμάς Λαζόπουλος και βέβαια οι προαναφερόμενοι Θωμάς Τολιόπουλος και Στέφανος Μπαντής, για τους οποίους θα γίνει ειδική μνεία παρακάτω.
Συχνά η αποθήκευση των πυρομαχικών και των όπλων, καθώς και η διαμονή των ανταρτών πραγματοποιούνταν στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου, που αν και βρίσκονταν στο κέντρο του χωριού και κοντά στα κονάκια των μπέηδων, ήταν υπεράνω υποψίας για τους Τούρκους. Οι μπέηδες βέβαια συχνά αντιλαμβάνονταν τις δραστηριότητες των ραγιάδων τους, αλλά αδιαφορούσαν καθώς τους ενδιέφερε κυρίως η ησυχία στο χωριό, η διαφύλαξη της περιουσίας τους και φυσικά η ανταπόκριση των ραγιάδων στις υποχρεώσεις απέναντι τους. Γι’ αυτό όταν τακτικά τους απασχολούσαν επί ώρες οι Τριχοβιστιανοί σε γλέντια που διοργάνωναν, προκειμένου να καλυφθεί η διέλευση Μακεδονομάχων από το χωριό ή κάποια σημαντική αποστολή τους, αφήνονταν στην απόλαυση του ψητού χοιρινού κρέατος που απολάμβαναν χωρίς την παρουσία των αυστηρών θρησκευτικών λειτουργιών τους και στην πόση άφθονου ρακιού, ποτού που έπιναν με μεγάλη ευχαρίστηση, καθώς δεν είχε απαγορευτεί αυτό καθαυτό από τον Προφήτη. Από την εποχή του Μακεδονικού Αγώνα έχουν διασωθεί στη μνήμη των ηλικιωμένων κατοίκων του χωριού πέντε περιστατικά που σχετίζονταν μ’ αυτόν, τα οποία πιστεύω ότι πρέπει να αναφερθούν, διότι δίνουν ένα ιδιαίτερο χρώμα και γλαφυρότητα στο ξετύλιγμα του κουβαριού της ιστορίας των πολυτάραχων εκείνων χρόνων στην περιοχή μας.
1. Ενθύμηση Βασιλείου Τζανόπουλου
Μία ημέρα ο «Βασίλειος Καραβάρας είχε φορτώσει στην πλάβα του τρόφιμα για την τροφοδοσία των Μακεδονομάχων από το χωριό. Την πλάβα του όμως την είχε δεμένη στον Αβδελά, για να είναι πιο εύκολη η μεταφορά των τροφίμων από το σπίτι του. Την ώρα που ετοιμάζονταν να επιβιβαστεί, αντιλήφθηκε να έρχεται προς το μέρος του από την απέναντι όχθη του Αβδελά το Καρακόλι. Οι Τούρκοι χωροφύλακες τον φώναξαν να σταματήσει και βλέποντας ότι θα του έκαναν έρευνα, πέταξε στο νερό τα τρόφιμα.
Οι χωροφύλακες τον συνέλαβαν και ψάχνοντας στο βυθό με τα πλατσίδια (κουπιά) ανακάλυψαν τα τρόφιμα. Τον οδήγησαν στο Καρακόλι για ανάκριση και επί ώρες τον ανέκριναν για να τους αναφέρει οτιδήποτε σχετικό με την δράση των Μακεδονομάχων. Αφού δεν κατάφεραν να τον αποσπάσουν καμία πληροφορία, τον ξυλοφόρτωσαν άγρια και τον ελευθέρωσαν.
2. Ενθύμηση Μιχάλη Τολιόπσυλου
«Την εποχή που ο θείος μου Θωμάς Τολιόπουλος υπηρετούσε ως οπλίτης στο Σώμα του καπετάν Ματαπά (Μιχάλη Αναγνωστάκου), ειδοποιήθηκε από τον πατέρα μου να έρθει ένα βράδυ στο χωριό, για να παραβρεθεί στην βάπτιση μου.
Όταν ο θείος μου ζήτησε την άδεια του Ματαπά, αυτός τον ρώτησε αν το μωρό ήταν αγόρι ή κορίτσι. Μόλις πληροφορήθηκε ότι ήταν αγόρι, του απάντησε πως θα έρχονταν μαζί στην Τριχοβίστα, για να με βαπτίσει ο ίδιος και να μου δώσει το όνομα Μιχάλης.
Πράγματι, στάλθηκε σύνδεσμος στο χωριό και ειδοποιήθηκε ο πατέρας» μου για την απόφαση του καπετάνιου, με την διαταγή όμως να είναι όλα έτοιμα, να τοποθετηθούν φύλακες έξω και μέσα στο χωριό από τον φόβο των Τούρκων και να ετοιμαστεί ο παπάς και η οικογένεια για να γίνει η βάπτιση βράδυ.
Όπως σχεδιάστηκε έτσι και έγινε. Με βάπτισε ο καπετάν Ματαπάς, μου έδωσε το όνομα του Μιχάλης και με δώρισε δύο χρυσές λίρες, που τις πέρασε με σχοινί στο λαιμό μου».
3. Ενθύμηση Γεωργίου Τολιόπουλου
«Όταν κηρύχτηκε το Χουριέτ, δόθηκε αμνηστία σε όλα τα ανταρτικά σώματα. Οι αντάρτες του Βάλτου βγήκαν στην σκάλα του Νησίου. Μαζί τους ήταν και ο πατέρας μου Θωμάς Τολιόπουλος, που υπηρετούσε ως οπλίτης στον Ματαπά στον Γκόνο.
Τον Γκόνο και την ομάδα του τους υποδέχθηκαν στην σκάλα του Νησίου χωριανοί μας μαζί με Νησιώτες και έχοντας επικεφαλής του Χαλίλ Μπέη των Καβασίλων, που ήταν φιλέλληνας και βοήθησε πολύ στον αγώνα μας. Ο Χαλίλ Μπέης κρατούσε στα χέρια του μία ανθοδέσμη με λουλούδια και είπε πως ήρθε η ώρα όλα τα μιλέτια στο νοβλέτι να σμίξουν, όπως τα λουλούδια που κάνουν την ανθοδέσμη.
Στο Νησί τότε έγινε μεγάλο γλέντι με ζουρνάδες και νταούλια. Μετά οι αντάρτες έφυγαν για την Θεσσαλονίκη, ενώ οι χωριανοί μας ανέβασαν τον πατέρα μου σ’ ένα αμάξι και ήρθαν στο χωριό, όπου συνέχισαν το γλέντι. Την επομένη, ο πατέρας μου πήγε και αυτός με το τραίνο στην Θεσσαλονίκη για να συναντήσει τον Γκόνο και τους συντρόφους του».
4. Ενθύμηση Αθανάσιου Παπαδόπουλου από την χειρόγραφη καταγραφή του στοιχείων που αφορούν την ιστορία της Τριχοβίστας
«.., Μετά πέρασε ο καπετάν Νικηφόρος, ο οποίος αφού μάζεψε την Επιτροπή (Αγώνος) για διάφορα θέματα, πληροφορίες, τροφοδοσία κ.α., τους ρώτησε και αν εκκλησιάζονται όλοι οι κάτοικοι. Όλοι καπετάνιοι, εκτός από τον Ψ’λούρα, είπε ο Γρηγόρης Καραλιόπουλος. Ο καπετάνιος διέταζε να τον φέρουν, διότι έμενε στα Κατούνια στον Βάλτο και είχε ώρα ποδαρόδρομο.
Ο Καραβάρας τότε αυθόρμητα είπε: ας τον αυτόν καπετάνιε, κουρελιάρης είναι. Τότε ο Νικηφόρος είπε στο πρωτοπαλίκαρο του «Κώστα κόφτου τη γλώσσα, για να πάψει να λέει βλακείες»! Αμέσως έπεσαν όλοι στον καπετάνιο και τον παρακάλεσαν να μην εκτελέσει την εντολή του και θα στείλουν δύο παλικάρια να τον φέρουν. Αφού ήρθε εδώ ο Ψ’λούρας, έπεσε στα γόνατα του καπετάν Νικηφόρου, κουρελής όπως ήταν και είπε «κόψε με καπετάνιε, με αυτά τα ρούχα δεν μπορώ να πάω στην εκκλησία». Ο καπετάνιος τότε διέταξε και τον έκαναν ρούχα και όταν ξαναήλθε, του βεβαίωσαν ότι ήλθε ο Ψ’λούρας στην εκκλησία. (Το περιστατικό αφηγείται και ο Γεώργιος Δαρδαγιαννόπουλος, έτος γέννησης 1904).
5. Ενθύμηση Ιωάννη Ματόπουλου
Μία ημέρα ο παππούς μου Γρηγόριος Ματόπουλος, επέστρεφε καβάλα στο άλογο του από το μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων του Νησίου στο χωριό μας την Τριχοβίστα Μετέφερε ένα γραπτό μήνυμα από τους καπεταναίους τους Βάλτου, που θα το έπαιρνε σύνδεσμος στο χωριό μας και θα το παρέδιδε στο ελληνικό Προξενείο στην Θεσσαλονίκη. Στον δρόμο, πριν φθάσει στη Ρέσινα, συναντήθηκε με τουρκική περίπολο της Χωροφυλακής, τους Τζιανταρμάδες όπως τους έλεγαν τότε. Αμέσως κατάπιε το χαρτί με το μήνυμα, όπως είχε διαταγή να κάνει αν συνέβαινε κάτι.
Οι Τούρκοι τον κατέβασαν από το άλογο και άρχισαν να του κάνουν ερωτήσεις, αν είδε αντάρτες και άλλα σχετικά. Ο παππούς έκανε τον ανήξερο και είπε πως ερχόταν από το μοναστήρι που πήγε να δώσει το φόρο, γιατί ήταν ραγιάς στα κτήματα του. Οι χωροφύλακες άρχισαν να αγριεύουν και κάποιος σήκωσε το όπλο του για να τον χτυπήσει με το κοντάκι. Τον σταμάτησε όμως ο Τσαούσης που τον έπιασε από το μπράτσο του και τους είπε: «Αφήστε τον να φύγει, δεν βλέπετε πως είναι γέρος, τι μπορεί να ξέρει αυτός;
Πριν φύγουν, τον πλησίασε τον παππού μου ο Τσαούσης και του είπε :Ξέρω ότι είσαι ανακατεμένος με τα Κομιτάτα. Εσύ δεν με γνώρισες, εγώ όμως σε θυμάμαι που μας έκανες μια φορά. το, τραπέζι πριν χρόνια στο χωριό. Τώρα στη χαρίζω, άλλη φορά όμως δεν θα μπορέσω να σε βοηθήσω. Άιντε φύγε και να μην σε ξαναβρούμε να γυρίζεις έξω από το χωριό.

Ο Μακεδονομάχος Θωμάς Τολιόπουλος

Ο Θωμάς Τολιόπουλος είναι μαζί με τον Στέφανο Μπαντή οι μόνοι κάτοικοι της Τριχοβίστας που αναγνωρίστηκαν επίσημα από την ελληνική πολιτεία ως Μακεδονομάχοι, τους αποδόθηκαν οι σχετικές μνείες και τα μετάλλια και καταγράφηκαν στα μητρώα των αγωνιστών εκείνης της εποχής.
Ο αναφερόμενος λοιπόν Μακεδονομάχος γεννήθηκε το 1882 στο χωριό Κουλούρα. Κατόπιν, η οικογένειά του μετοίκησε στο Μικρογούζι (Μακροχώρι) και τελικά εγκαταστάθηκε στην Τριχοβίστα. Λόγω μάλιστα του ενδιάμεσου σταθμού της στο Μικρογούζι, απέκτησε και το παρανόμι «Μικρογουζαίοι», που διατηρείται ακόμη και σήμερα για τους απογόνους της.
Ο Θωμάς Τολιόπουλος στην Τριχοβίστα ασχολούνταν όπως και το σύνολο των συγχωριανών του με την κτηνοτροφία, την γεωργία ως κολίγος – ραγιάς στους μπέηδες του χωριού και βεβαίως με την αλιεία λόγω της γειτνίασης με τον Βάλτο. Ήταν ένας ανήσυχος έφηβος, που ενηλικιώθηκε ζώντας από κοντά τις προσπάθειες των Βουλγάρων Κομιτατζήδων για τον εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας, καθώς είχαν από καιρό κατακλύσει τον Βάλτο και επιδόθηκαν σε ένα όργιο εκβιασμών και βιαιοπραγιών προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός τους.
Όταν το 1904 πληροφορήθηκε ότι επρόκειτο να εισέλθουν στον Βάλτο ελληνικά ανταρτικά σώματα επανδρωμένα με Έλληνες αξιωματικούς και εθελοντές πολίτες και στρατιώτες, στα οποία θα ενσωματώνονταν και γηγενείς κάτοικοι, ήρθε σε επικοινωνία με το ελληνικό Προξενείο Θεσσαλονίκης και κατατάχθηκε στο σώμα του Καπε¬τάν Γιώτα Γκόνου. Μετά από λίγους μήνες, συνοδευόμενος από τον συγχωριανό του Θωμά Λαζόπουλο και τον Καβασιλιώτη Γεώργιο Τσαμπάζη, ανέβηκε στο Βέρμιο επάνω από τη Νάουσα, για να εκπαιδευτεί καλύτερα στην χρήση των όπλων και στις συνθήκες διαβίωσης των ανταρτών από την ομάδα των Μακεδονομάχων που δρούσε εκεί. Από την ομάδα των τριών, ο Γεώργιος Τσαμπάζης μην καταφέρνοντας να εξοικειωθεί με την ζωή του μάχιμου οπλίτη, εγκατέλειψε σύντομα το βουνό και κατέβηκε στο χωριό του τα Καβάσιλα, όπου πρόσφερε τις υπηρεσίες του στον Αγώνα ως μεταφορέας όπλων και πυρομαχικών, πλαβατζής, οδηγός και σύνδεσμος στα σώματα του Βάλτου. Ο Τολιόπουλος παρέμεινε στο Βέρμιο 3 μήνες και κατόπιν εισήλθε στον Βάλτο και κατατάχτηκε για μία ακόμη φορά στο. σώμα του Γκόνου.
Όταν ο καπετάν Ματαπάς (Μιχάλης Αναγνωστάκος) με το σώμα του στον Βάλτο, αμέσως μετά εντάχτηκε ως οπλίτης υπό τις διαταγές του. Καθ’ όλη δε την διάρκεια της θητείας του επέδειξε μεγάλο πατριωτισμό, πειθαρχία και παράτολμο θάρρος, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί σε εκτελεστής του σώματος του Ματαπά, ο οποίος του ανέθετε το δύσκολο έργο της εκτέλεσης Κομιτατζήδων ή Βουλγαροφρόνων χωρικών και ο ίδιος πάντοτε έφερε εις πέρας την αποστολή του. Μάλιστα λόγω της εξειδικευμένης αυτής δράσης του, άρχισαν να τον αναζητούν οι Κομιτατζήδες για να τον εξοντώσουν. Τότε, το ελληνικό Προξενείο της Θεσ/νίκης του πρότεινε να τον τοποθετήσει ως Καπετάνιο – Αρχηγό σώματος στην περιοχή της Χαλκιδικής, πρόταση που απέρριψε επηρεασμένος και από την αντίθετη γνώμη της οικογένειας του, που ένοιωθε πιο ασφαλής, αν παραβρίσκονταν στον Βάλτο.
Αργότερα, εγκατέλειψε το σώμα του Ματαπά και συνεργάστηκε για τρίτη φορά με τον Γκόνο, αλλά και με τον Αποστόλη Ματόπουλο από τον Γιδά, στις ομάδες των οποίων παρέμεινε μέχρι την κήρυξη του νεοτουρκικού κινήματος το 1908 και της σύνταξης του Συντάγματος του (Χουριέτ). Όλο αυτό το διάστημα έλαβε μέρος σε πληθώρα μαχών και επιχειρήσεων, ενώ συνδέθηκε φιλικά με τον επίσης οπλίτη συγχωριανό του Γεώργιο Αλαμπουρνό. Μνημονεύεται μάλιστα πως η αιτία στο να αναπτυχθεί μεταξύ τους δυνατή φιλία ήταν η διάσωση του Τολιόπουλου από τον Αλαμπουρνό σε μία μάχη. Πιο συγκεκριμένα, ο Τολιόπουλος σε αιφνιδιαστική επίθεση των Ελλήνων σε κάποια βουλγαρική καλύβα, χτύπησε με το μαχαίρι του έναν Κομιτατζή και νομίζοντας ότι τον σκότωσε, τον προσπέρασε. Ο Βούλγαρος όμως ήταν ζωντανός και σήκωσε το όπλο του για να τον πυροβολήσει πισώπλατα. Τον αντιλήφθηκε όμως ο Αλαμπουρνός και πρόλαβε να τον εξοντώσει πυροβολώντας τον. Έκτοτε οι δύο άνδρες έγιναν αχώριστοι και σφράγισαν την φιλία τους με τον γάμο των παιδιών τους.
Με την ανακήρυξη του Χουριέτ, όλα τα ανταρτικά σώματα που δρούσαν στην Μακεδονία, παρουσιάστηκαν στις τουρκικές αρχές, τους δόθηκε πλήρη αμνηστία και τους επιφυλάχθηκε υποδοχή ηρώων. Μεταξύ αυτών παρουσιάστηκε στη Θεσ/νίκη και τα σώματα του Γκόνου και Αποστόλου Ματόπουλου και μαζί τους και ο Θωμάς Τολιόπουλος. Εκτός των άλλων εορταστικών εκδηλώσεων, τους παρατέθηκε τότε και δεξίωση στο ξενοδοχείο «Κολόμπο», από την οποία σώζονται και δύο από τις φωτογραφίες των άνω σωμάτων και του Θωμά Τολιόπουλου με πλήρη την αντάρτικη στολή του με την μαύρου χρώματος φουστανέλα του. Μετά τις πρώτες εορτές και τις πανηγυρικές εκδηλώσεις, οι Νεότουρκοι έθεσαν σε ενέργεια σχέδιο εξοντώσεως όλων των καπεταναίων, των οπλαρχηγών και των στελεχών των ανταρτικών σωμάτων. Μόλις το ελληνικό Προξενείο έδωσε διαταγή και φυγαδεύτηκαν στην ελεύθερη Ελλάδα σχεδόν όλοι οι Καπεταναίοι Μακεδονομάχοι και αρκετοί άνδρες τους. Ανάμεσα σ’ αυτούς που εγκατέλειψαν την Μακεδονία ήταν και ο Τολιόπουλος. αφού εκτός από τους Τούρκους, είχε ν’ αντιμετωπίσει και τους παλαιούς Κομιτατζήδες που αναθάρρησαν και τον αναζητούσαν για τον εξοντώσουν για την παλαιά’ του δράση. Για την εξασφάλιση των χρημάτων για τα έξοδα του ταξιδιού του πούλησε 4 προβατίνες και έτσι διέφυγε αρχικώς στην Λάρισα και από εκεί σιδηροδρομικώς στην Αθήνα, όπου έμεινε για μικρό χρονικό διάστημα μέχρι να μπαρκάρει ως ναύτης στα καράβια, για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Το επάγγελμα του ναυτικού, το εξάσκησε για 4 χρόνια μέχρι το 1912, οπότε και επέστρεψε στην Μακεδονία μαζί με άλλους παλαιούς Μακεδονομάχους έχοντας ως αποστολή να προετοιμάσουν το έδαφος για την επικείμενη επέμβαση του ελληνικού στρατού.
Τον Οκτώβριο του 1912 όταν εμφανίστηκε και στο χωριό του το πολυπόθητο ελληνικό, την ώρα που οι συγχωριανοί του υποδέχονταν, τους Έλληνες στρατιώτες, ο ίδιος μαζί με τον επίσης Μακεδονομάχο Στέφανο Μπαντή πυρπολούσαν το κονάκι του Τζαμάλ μπέη, το ονομαζόμενο και ως «κόκκινο κονάκι» για να εξαφανίσουν καθετί που θύμιζε την σκλαβιά, καθώς το κτίριο ήταν βαμμένο με κόκκινη μπογιά. Μετά την απελευθέρωση, ‘ διατηρούσε για πολλά ακόμη χρόνια σχέσεις με τους εν ζωή Παλαιοελλαδίτες οπλαρχηγούς του Αγώνα και με ντόπιους παλαιούς συντρόφους του. Τακτικότατα μάλιστα τον επισκέπτονταν ο Παναγιώτης Παπατζανετέας και σε κάθε ευκαιρία ο Καπετάν Νικηφόρος (Ιωάννης Δεμέστιχας), Δημήτριος Ζάννας και ο Κ. Μαζαράκης. Μέχρι το τέλος της ζωής του, εξασκούσε και πάλι το επάγγελμα του ψαρά, του κτηνοτρόφου και του γεωργού. Το 1935 του απονεμήθηκε Δίπλωμα Μακεδονομάχων από το υπουργείο Στρατιωτικών, δεχόμενος την αναγνώριση της προσφοράς του στον Μακεδονικό Αγώνα από την επίσημη Πολιτεία. Πέθανε στην Τριχοβίστα σε βαθιά γηρατειά, πλήρης ημερών.

Ο Μακεδονομάχος Στέφανος Μπαντής

Ο έτερος γηγενής κάτοικος της Τριχοβίστας που αναγνωρίστηκε από την ελληνική Πολιτεία ως Μακεδονομάχος, είναι ο Στέφανος Μπαντής. Γεννήθηκε στην Τριχοβίστα το 1875 και εκτός της κτηνοτροφίας και της γεωργίας ασχολούνταν σε μεγάλη κλίμακα με την αλιεία, γεγονός που τον έκανε έναν από τους καλύτερους γνώστες των μυστικών του Βάλτου, προσόν που αναδείχθηκε ιδιαίτερα πολύτιμο την εποχή της ένοπλης σύγκρουσης των Ελλήνων με τους Κομιτατζήδες στην περιοχή.
Στον Μακεδονικό Αγώνα μυήθηκε από τους πρώτους στην περιοχή του Ρουμλουκιού από τον Καπετάν Ζώης (Δημήτριο Κάκκαβο), ενώ συνδέθηκε με στενή φιλία και συνεργάστηκε αδιάκοπα με τον Λάμπρο Κορομηλά. Εκτός όμως από τους παραπάνω συνεργάστηκε και με όλους τους καπεταναίους που έδρασαν στον Βάλτο και στο Ρουμλούκι από το 1904 – 1908 και πιο στενά με τους Ματαπά, Παπατζανετέα, Άγρα, Νικηφόρο και Γκόνο.
Ήταν αρκετά ριψοκίνδυνος και αναλάμβανε φέρνοντας εις πέρας κάθε αποστολή που του ανατίθονταν. Υπήρξε από τους κυριότερους τροφοδότες στις καλύβες Τούμπα Νησίου, Τούμπα Τριχοβίστας, Κατούνια και Καλντιρμά. Εργάστηκε επίσης ως πλαβατζής μεταφορέας, οδηγός, σύνδεσμος και πληροφοριοδότης των Μακεδονομάχων. Ενίοτε χρησιμοποιούνταν και ως οπλίτης όποτε απαιτούνταν. Ταυτόχρονα, το σπίτι του πατέρα του Εμμανουήλ στο χωριό ήταν το κέντρο των διερχομένων ανταρτών και τόπος περίθαλψης των τραυματιών από τις μάχες τον Βάλτο.
Κάθε μήνα μετέφερε από την Βέροια στον Βάλτο 50 λίρες για τους μισθούς των Μακεδονομάχων, που τις έδινε ο Βεροιώτης φαρμακοποιός Αριστοτέλης Βλάχος.
Μετά από διετία και αφού εκτιμήθηκε η μεγάλη του δράση τον αγώνα, το Κέντρο Αγώνα στην Θεσ/νίκη τον αναγνώρισε ως ομαδάρχη και ανέλαβε την διοίκηση σώματος 13 ανδρών. Έδρασε σε όλη την περιοχή του Βάλτου και των παραλίμνιων χωριών, ξεκαθαρίζοντας την ύπαιθρο από τους πράκτορες και τους εξωμότες της Βουλγαρικής και ρουμανικής προπαγάνδας. Τον Μάρτιο του 1908 εξόντωσε κοντά στη λίμνη έναν Βούλγαρο πράκτορα, που τον παρακολουθούσε κατόπιν εντολής του βουλγαρικού κομιτάτου και είχε σκοπό να τον σκοτώσει.
Καθόλη την διάρκεια της ένοπλης δράσης του, έλαβε μέρος σε αρκετές μάχες στην περιοχή της λίμνης, είτε με το σώμα του, είτε με την καθοδήγηση ή την συνδρομή των άλλων καπεταναίων. Πήρε μέρος με τους άντρες του στην πυρπόληση του χωριού Γκόλο Σέλο (Γυμνά), ενώ διακρίθηκε ιδιαίτερα στην επιδρομή των Ελλήνων κατά της Πλάσνας (Κρύα Βρύση) και στην πυρπόληση της προς τιμωρία των κατοίκων της που περιέθαλπαν και ενίσχυαν παντοιοτρόπως τους βούλγαρους κομιτατζήδες. Μετά την ανακήρυξη του Νεοτουρκικού συντάγματος το 1908 και την έξοδο των Μακεδονομάχων στην ελεύθερη Ελλάδα, ο Στέφανος Μπαντής παρέμεινε στο χωριό του, όπου καλυπτόμενος κάτω από τον μανδύα του φιλήσυχου πλέον κολίγου (γερατζής) παρακολουθούσε τις κινήσεις των Βουλγάρων στη λίμνη και τις ανέφερε στο Ελληνικό Προξενείο στην Θεσ/νίκη. Το 1912 ευτύχησε να δει ελεύθερη την Μακεδονία και πέθανε σε βαθιά γεράματα στην γενέτειρά του Τριχοβίστα.

Η εγκατάσταση των προσφύγων στην Τριχοβίστα

Οι πρώτοι πρόσφυγες που ήρθαν στην Τριχοβίστα ήταν Θρακιώτες από το χωριό Κάλφα της Κωνσταντινούπολης το 1914, μετά τους διωγμούς των Τούρκων την χρονιά αυτή. Μετά από δύο χρόνια περίπου έφυγαν και επέστρεψαν στις εστίες τους, για να έρθουν πάλι το 1922. Λόγω όμως της αδυναμίας τους να προσαρμοστούν στις ανθυγιεινές συνθήκες του τόπου, εγκατέλειψαν οριστικά πλέον την Τριχοβίστα.
Την ίδια χρονιά όμως εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο χωριό συμπατριώτες τους από το χωριό Άγιος Γιάννης, που ήταν ξυλοκόποι και κτηνοτρόφοι.
Σύντομα δε εκτός της κτηνοτροφίας που εξασκούσαν και στην πατρίδα τους προσαρμόστηκαν και στην γεωργία, για την οποία άλλωστε προσφέρονταν η περιοχή του Ρουμλουκιού.
Τέλος το 1927, μετοίκησαν στην Τριχοβίστα περί τις 30 οικογένειες επίσης προσφύγων Θρακιωτών από το Ανθόφυτο του Κιλκίς, που κατάγονταν από την περιοχή του Ουζούν Κιουπρού (Μεγάλη Γέφυρα) της Ανδριανουπόλεως και πιο συγκεκριμένα από το χωριό Κιούρκιοϊ.
Η πιο πολυπληθής ομάδα προσφύγων από την Ανατολική Θράκη που εγκαταστάθηκαν στο Καμποχώρι, προέρχονταν από το χωριό Κιούρκιοϊ. Πρόκειται για τις οικογένειες Τζαβάρα, Βουλγαράκη, Μιχαλακάκη, Ανθουλάκη’, Μιχάκη, Δημάκη, Βασιλακάκη, Σοφόπουλου, Χαριτόπουλου και Κυριαζόπουλου. Στο Καμποχώρι εγκαταστάθηκαν το 1927 μετά από περιπλάνηση 5 ετών σε διάφορα μέρη της Θράκης και της Μακεδονίας. Την πορεία αυτή από την γενέτειρα τους μέχρι το Καμποχώρι, όπως επίσης και την περιγραφή του τρόπου ζωής στην αλησμόνητη πατρίδα, μέχρι τις δυσκολίες της εγκατάστασης και της προσαρμογής στη νέα πατρίδα, θα προσπαθήσω να περιγράψω μέσα από τις ζώσες μαρτυρίες που μου κατέθεσαν δύο ηλικιωμένοι κάτοικοι του χωριού, οι Αντώνιος Τζαβάρας (1901-1999) και Χαράλαμπος Βουλγαράκης (έτος γέννησης 1912).
Οι αφηγήσεις τους, πέρα από την αξία που έχουν για τον ερευνητή της ιστορίας και της λαογραφίας, αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους αναγνώστες, τόσο για τους κατοίκους του Καμποχωρίου, όσο και για όλους τους Ρουμλουκιώτες, καθώς αναφέρονται σε μία εποχή που άρχισε να διαμορφώνεται η νέα πληθυσμιακή πραγματικότητα στον χώρο του Ρουμλουκιού.
Μία εποχή, κατά την οποία, παρά τις δυσκολίες που είχε το «πάντρεμα» του ντόπιου στοιχείου με το προσφυγικό, εν τούτοις καταγράφηκε ως η αφετηρία για το σύγχρονο Ρουμλούκι, γι’ αυτό που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε εμείς οι νεότεροι.
Το Κιούρκιοϊ, λοιπόν, ήταν ένα αμιγώς ελληνικό χωριό στην Ανατολική Θράκη, περί τα 40 χλμ. από τον Έβρο ποταμό και απέναντι από το Σουφλί.
Ήταν χτισμένο επάνω σε λόφους και είχε περίπου 150 σπίτια. Κιούρκιοϊ το αποκαλούσαν οι Τούρκοι, ενώ οι Έλληνες κάτοικο! του στην μετάφραση του στην ελληνική, το έλεγαν Δασοχώρι και αργότερα το μετονόμασαν Αμυγδαλιά.
Διοικητικώς υπάγονταν στην Ανδριανούπολη και εκκλησιαστικώς στην Επισκοπή της Μακράς Γέφυρας (Ουζούν Κιοπρού), με γειτονικά χωριά τα Νταούτελι, Μασλίκι, Τσαουσλί, Χαρμαλί, Κατίκιοϊ, Ντερέκιοϊ και Καβατζίκιοϊ. Ο μοναδικός δε Τούρκος κάτοικος του ήταν ο Μουράτ, που εξασκούσε χρέη αγροφύλακα.
Τα 150 σπίτια του ήταν χτισμένα με πελεκημένη πέτρα και μονώροφα, με ένα μόνο διώροφο, ιδιοκτησίας Ευάγγελου Χαριτόπουλου.
Η εκκλησία ήταν και αυτή πέτρινη, με υψηλό καμπαναριό και περίβολο. Μετά την ανταλλαγή μάλιστα των πληθυσμών, γκρεμίστηκε από τους Τούρκους και με τα υλικά της οικοδομήθηκε τζαμί. Ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο, ενώ ερείπια παλαιού Βυζαντινού μοναστηριού υπήρχαν έξω από το χωριό στην τοποθεσία «Αμπέλια», το οποίο με τα χρόνια εγκαταλείφτηκε από τους μοναχούς του και ερήμωσε. Εφημέριοι στο χωριό μνημονεύονται οι γηγενείς Εμμανουήλ Παπαδάκης και Λάμπρος Χαριτόπουλος. Απέναντι από την εκκλησία υπήρχε και το Δημοτικό Σχολείο, πέτρινο και αυτό, με δάσκαλο τα τελευταία χρόνια πριν την φυγή τον Αθανάσιο Παπαδάκη.
Τα μαθήματα διεξάγονταν στην ελληνική γλώσσα και απρόσκοπτα, χωρίς τις ενοχλήσεις των Τούρκων. Αντίκρυ στο σχολείο ήταν και το μόνο εμπορικό κατάστημα του χωριού, που το λειτουργούσε ο Αθανάσιος Χαριτόπουλος και που κάλυπτε τόσο τις οικιακές ανάγκες των Ελλήνων κατοίκων του χωριού, όσο και των Τούρκων από τα γειτονικά χωριά. Υπήρχαν επίσης σιδεράδικο, ιδιοκτησίας του Γεωργίου Κωνσταντή (μαστογιώργης) και ασβεστοπωλείο, καθώς και τρεις μύλοι, δύο ανεμόμυλοι και ένας υδρόμυλος. Οι ανεμόμυλοι ήταν βακούφικοι, δηλαδή ιδιοκτησίας της εκκλησίας και τους ενοικίαζαν οι Χαράλαμπος Μπαλτζής και Ευάγγελος Τζαμπατζάκης. Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνταν, με την κτηνοτροφία και την γεωργία. Έτρεφαν πολλά κοπάδια αιγοπροβάτων και βοοειδών σε δικά τους λιβάδια στους πρόποδες των λόφων ήταν χτισμένο το χωριό και στον κάμπο κάτω του. Τα κτήματα τους ήταν επίσης ιδιόκτητα και καλλιεργούσαν κυρίως σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, σουσάμι και αμπέλια. Παρήγαγαν μεγάλες ποσότητες κρασιού και τσίπουρου, τα οποία εκτός της οικιακής τους χρήσης, τα εμπορεύονταν στην Ανδριανούπολη. Όλες σχεδόν οι καλλιέργειες διεξάγονταν στις τοποθεσίες Αμπέλια, Τρα¬νά Καραγάτσια, Χουρτασί, Ουρμάνι και Χαρμαλιώτικα.
Το τουρκικό κράτος επέβαλε στους κατοίκους μόνο τον φόρο της δεκάτης, το 10% δηλαδή της παραγωγής, που τον εισέπραττε ο Κυριαζής Χαριτόπουλος, όπως επίσης και το μπιντέλι, φόρο που πλήρωναν μόνο οι ενήλικες άντρες για να μην στρατεύονται στον τουρκικό στρατό, απαλλαγή που όμως καταργήθηκε μετά το κίνημα των Νεότουρκων το 1908 (Χουριέτ). Ο συγχωριανός τους μάλιστα Κων/νος Κωστάκης εισέπραττε την δεκάτη στα γειτονικά χωριά.
Το Κιούρκιοϊ εκπροσωπούνταν στις τουρκικές και εκκλησιαστικές αρχές από τον μουχτάρη (Πρόεδρο) και τους δύο αζάδες (Συμβούλους), που εκλέγονταν με άμεση ψηφοφορία όλων των ενηλίκων αρρένων κατοίκων. Ως μουχτάρηδες μνημονεύονται οι Αθανάσιος Χαριτόπουλος και Γεώργιος Κυριαζόπουλος και ως αζάδες ο Αθανάσιος Παπαχελάκης και Καραμπελιάς.
Στο χωριό διοργανώνονταν μεγάλη πανήγυρη κατά την εορτή του Αγίου Γεωργίου, όταν γιόρταζε ο ναός τους. τότε αντηχούσε όλο το χωριό από τους ήχους της γκάιντας που έπαιζαν οι συγχωριανοί τους Ξανθάκης και Αθανάσιος Κουκάκης, ενώ δέχονταν επισκέπτες και από τα γειτονικά χωριά. Χαρακτηριστικό όμως γνώρισμα της πανήγυρης που της έδινε ιδιαίτερο χρώμα ήταν η διοργάνωση ιππικών αγώνων και αγώνων πάλης, με την συμμετοχή ακόμη και Τούρκων από τα γειτονικά τουρκοχώρια. Οι κάτοικοι του διαβιούσαν έναν σχετικό άνετο βίο, χωρίς να ενοχλούνται από τους γείτονες τους Τούρκους ή τις επίσημες αρχές, τον στρατό και την χωροφυλακή. Η ηρεμία όμως διαταράχθηκε το 1912 μετά την νικηφόρα προέλαση του ελληνικού στρατού στην Μακεδονία και την κατάληψη της Θεσ/νίκης. Τότε οι Κιουρκιώτες αναθάρρησαν και άρχισαν πλέον δημόσια να εκδηλώνουν τα εθνικά τους αισθήματα. Δεν τιμωρήθηκαν όμως, παρά το γεγονός ότι στην πλατεία τραγουδούσαν τον ελληνικό εθνικό ύμνο και το «απορώ Μακεδονία να βαστάς υπομονή». Κατά την διάρκεια του ίδιου πολέμου έφθασαν στο χωριό και διέμειναν για λίγες ημέρες τμήματα του βουλγαρικού στρατού. Οι κάτοικοί του ειδοποιήθηκαν με πυροβολισμούς για τον ερχομό τους από τους Παναγιώτη και Κυριαζή Χαριτόπουλο και εκκένωσαν έγκαιρα το χωριό, για να επιστρέψουν μετά την αποχώρηση των Βουλγάρων.
Αρκετές δυσκολίες όμως παρουσιάστηκαν μετά το 1912, όταν εντάθηκαν έλεγχοι και οι έρευνες των Τούρκων αστυνομικών (Τζιανταρμάδων) από το Καρα¬κόλια του Χαμιντέκι και του Μασλί, για την υποχρεωτική στράτευση των κατοίκων στον τουρκικό στρατό και την ανακάλυψη των λιποτακτών, που ήσαν δεκάδες. Όσοι ανακαλύπτονταν στις κρυψώνες τους στα υπόγεια των σπιτιών τους ή στα γειτονικά υψώματα, στρατολογούνταν βιαίως, ενώ ξυλοφορτώνονταν τόσο οι ίδιοι, όσο και οι συγχωριανοί και συγγενείς τους που τους παρείχαν καταφύγιο. Πολλοί από τους συλληφθέντες λιποτάκτες εξαφανίστηκαν και δεν επέστρεψαν στο χωριό, προφανώς αφήνοντας την τελευταία τους πνοή στα περιβόητα Τάγματα Εργασίας (Αμελέ Ταμπουρού). Άλλοι πάλι, που βρίσκονταν σε στρατεύσιμη ηλικία, εγκατέλειψαν το χωριό προς αποφυγή της στράτευσης τους, καταφεύγοντας στις ελεύθερες περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης, ακόμη και στην Μικρά Ασία και την Αμερική. Επίσης οι μεγαλύτερες ηλικίες που δεν επιστρατεύονταν, χρησιμοποιούνταν με την χρήση βίας από τον στρατό για την κατασκευή διαφόρων έργων, δηλαδή σε υποχρεωτική εργασία και μάλιστα με τα δικά τους εργαλεία και ζώα. Το 1915 επιβλήθηκε στο χωριό φόρος 100 χρυσών λιρών προς ενίσχυση και αποκατάσταση των Τούρκων προσφύγων του 1912 από την Μακεδονία. Το Κιούρκιοϊ όμως δεν δέχθηκε να τον πληρώσει, σε αντίθεση με τα άλλα γειτονικά του ελληνικά χωριά, οπότε και εκτοπίστηκαν όλοι οι κάτοικοί του στο χωριό Ντουλούκι. Στα σπίτια και στα χωράφια τους εγκαταστάθηκαν τούρκοι πρόσφυγες από την Θεσ/νίκη. Ήταν πλέον η πρώτη γεύση της προσφυγιάς, που θα γνώριζαν αργότερα. Η εκτόπιση τους διήρκεσε 3 χρόνια και επέστρεψαν στο χωριό τους το 1918, ενώ οι Τούρκοι εγκαταστάθηκαν αλλού. Την ίδια χρονιά υπήρξε και η εμφάνιση της λεγόμενης Ισπανικής Γρίπης, που άφησε πολλά θύματα στο χωριό.
Το 1919, όσοι βρίσκονταν σε στρατεύσιμη ηλικία, κατατάχθηκαν σχεδόν όλοι τους στον ελληνικό στρατό. Η περίοδος της ελληνικής διοίκησης ήταν ειρηνική και έντονης οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης.
Τον Οκτώβρη του 1922, δόθηκε η εντολή εκκένωσης του χωριού και η μετακίνηση των κατοίκων του στις πέρα του Έβρου ποταμού περιοχές.
Την διαταγή της φυγής έδωσε ο μουχτάρης και μέσα σε 3 ημέρες το χωριό εκκενώθηκε. Βιαστικά ζεύτηκαν τα αμάξια, φορτώθηκε σ’ αυτό ό,τι ήταν εφικτό να μεταφερθεί από την οικοσκευή και οδικώς το σύνολο των κατοίκων ξεκίνησε την πορεία προς την προσφυγιά.
Μαζί τους πήραν και όσα από τα μεγάλα ζώα τους ήταν δυνατόν να μεταφερθούν, ενώ εγκαταλείφθηκαν ελεύθερα στο χωριό τα κοπάδια των προβάτων και στις αποθήκες οι ετήσιες παραγωγές των σιτηρών και του καλαμποκιού.
Μετά από δύο μερόνυχτα διάβηκαν τον Έβρο ποταμό και στάθμευσαν στο Σουφλί. Όταν τακτοποίησαν πρόχειρα τα γυναικόπαιδα, οι άντρες με τα αμάξια τους επιχείρησαν να επιστρέψουν στο χωριό τους, που δεν είχε πυρποληθεί από τους Τούρκους, για να παραλάβουν τα γεννήματα από τις αποθήκες τους και όσα κοπάδια αιγοπρόβατα ήταν δυνατόν να συγκεντρωθούν και να μεταφερθούν.
Έξω όμως από το χωριό περί τα 5 χλμ. και σε μία γέφυρα, τους έστησαν ενέδρα ένοπλοι Τούρκοι χωρικοί από τα γύρω τουρκοχώρια και τους πυροβόλησαν, υποχρεώνοντας τους να γυρίσουν άπρακτοι στο Σουφλί. Στο Σουφλί έμειναν λίγους μήνες, διότι δεν έρχονταν τρένα, για να τους μεταφέρουν. Κατόπιν μεταφέρθηκαν στην Αλεξανδρούπολη (Δεδέγατς) όπου έμειναν λίγο καιρό και από εκεί η επιτροπή υποδοχής προσφύγων τους οδήγησε στην Κομοτηνή (Γκιουκουλτζίνα), στο χωριό Λοφάριο, όπου εγκαταστάθηκαν για 2,5 χρόνια. Τα γυναικόπαιδα μετακινήθηκαν με τρένο, ενώ οι άντρες οδηγούσαν τα αμάξια με το βιός που πρόφθασαν να πάρουν μαζί τους από το Κιούρκιοϊ.
Το 1925, από το Λοφάριο πήγαν στο Κιλκίς, στο χωριό Ανθόφυτο (Σαρή Παζάρ), όπου έμειναν μέχρι το 1927. Εκεί όμως υπέφεραν από την ελονοσία και τον βαρδάρη. Το 1927, τους επισκέφθηκε ο Λεωνίδας Χατζόπουλος, που ήταν συγχωριανός τους και διέμεινε στο χωριό Παλαιόχωρα του Ρουμλουκιού, μετά την απελευθέρωσή τους από τους Άγγλους,, καθώς υπήρξε αιχμάλωτος τους κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τους πρότεινε, να μετακομίσουν στο Ρουμλούκι, όπου υπήρχαν διαθέσιμες μεγάλες εκτάσεις; προς καλλιέργεια.
Έτσι τον Ιούλιο του 1927, μία τριμελής επιτροπή, που απαρτίζονταν από τους Αντώνιο Τζαφάρα, Παναγιώτη Χαριτόπουλο και Αθανάσιο Πσπαχελακη. επισκέφθηκαν το Ρουμλούκι, για να δουν την περιοχή. Αρχικώς επισκέφθηκαν την Τριχοβίστα. Στο Χάνι (μπακάλικο),του Γεωργίου Τσομίδη, βρήκαν τον Γρηγόριο Καραλιόπουλο (Ζαχαρό), που τους προσκάλεσε να εγκατασταθούν στο χωριό, διότι υπήρχαν 12.000 στρέμματα.
Η επιτροπή τον ευχαρίστησε και έφυγε, γιατί ήθελαν να δουν και άλλα χωριά στην περιοχή. Στον Σταυρό δεν τους δέχτηκαν οι ντόπιοι κάτοικοί του και πήγαν στο Μυλοβό (Μεγάλη Γέφυρα)» από όπου επίσης τους έδιωξαν. Το Βράδυ, διανυκτέρευσαν στον Λουτρό και το πρωί αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην Τριχοβίστα, αφού υπήρχαν γηγενείς κάτοικοι που τους δέχονταν.
Στην συνέχεια, επέστρεψαν στο Ανθόφυτο και ενημέρωσαν τους συγχωριανούς τους για την επιλογή τους. Στην Τριχοβίστα τους ακολούθησαν οι μισές οικογένειες.
Όταν εγκαταστάθηκαν στη νέα τους πατρίδα, κατασκεύασαν πρόχειρα σπίτια με ραγάζια και αργότερα ο εποικισμός οικοδόμησε 10 σπίτια προσφυγικά και κατόπιν με παρέμβαση του Ανέστη Βασιλακάκη άλλα 20. Τα σπίτια είχαν δύο δωμάτια και ένα μικρό σαλόνι.
Αρχικά έσπερναν όπου, ήθελε ο καθένας, όπως και πολλοί ακτήμονες γηγενείς κάτοικοι, ώσπου τον Οκτώβρη του 1930 τους παραχωρήθηκε γεωργικός κλήρος 48 στρέμματα και 2 στρέμματα ως βοσκότοπος. Παρά δε τα όσα προβλήματα αντιμετώπισαν μέχρι την πλήρη αποκατάσταση τους και την αποδοχή τους από τους γηγενείς κατοίκους, κατόρθωσαν να ενσωματωθούν στο νέο περιβάλλον, διατηρώντας ταυτόχρονα ως συμπαγή ομάδα πολλά από τα έθιμα της πατρίδας τους.
Έτσι από τις 150 οικογένειες του Κιούρκιοϊ, στην Τριχοβίστα εγκαταστάθηκαν 30, άλλες τόσες στο Ανθόφυτο του Κιλκίς και οι υπόλοιπες στα μέρη απ’ όπου αρχικώς πέρασαν και διέμεναν για λίγο καιρό ως πρόσφυγες, όπως στις Σέρρες, στην Ξάνθη, στην Κομοτηνή, στο Διδυμότειχο, στους Κήπους του Έβρου και στο Σουφλί.
Στο τελευταίο μάλιστα παρέμειναν αρκετές οικογένειες, για να βρίσκονται κοντά στο Κιούρκιοϊ, καθώς έλπιζαν ότι σύντομα θα επέστρεφαν στο χωριό τους από την προσφυγιά, ελπίδες άλλωστε που διατηρούσαν επί χρόνια το σύνολο σχεδόν των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην μητροπολιτική Ελλάδα.

Εφημερίδα ¨ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ ΡΟΥΜΛΟΥΚΙΟΥ¨ Ιανουάριος – Μάρτιος 2001
Πανταζόπουλος Δημήτρης,
Ερευνητής της ιστορίας και της παράδοσης του Ρουμλουκιού

2017-03-24T01:32:53+00:00 Καμποχώρι|
[sharing tagline="Share This Story, Choose Your Platform!" tagline_color="" title="" link="" description="" pinterest_image="" icons_boxed="" icons_boxed_radius="4px" box_colors="" icon_colors="" tooltip_placement="" backgroundcolor="" class="sharingbox" id="sharingbox"][/sharing]