ΘΕ 3: Σπουδαία παιδιά

/ΘΕ 3: Σπουδαία παιδιά
ΘΕ 3: Σπουδαία παιδιά 2017-09-07T17:15:35+00:00

Κεντρικές ιδέες Θεματικών Ενοτήτων

Εισαγωγή

Η Παναγία, ως γέφυρα που συνδέει τους ανθρώπους με το παιδί της, ενσαρκώνει και συνάμα συμβολίζει την στενότερη σχέση ανάμεσα στον Θεό και στην ανθρωπότητα. Είναι η μητέρα όλων των παιδιών του κόσμου που προστατεύει, φροντίζει, συμπάσχει αλλά και παρηγορεί.

 

Γενικοί Στόχοι Ενότητας

Οι μαθητές:
α) μοιράζονται εμπειρίες και βιώματα από τη σχέση μητέρας και παιδιού
β) αξιολογούν με επιχειρήματα τον ρόλο της μητέρας στην οικογένεια
γ) διασαφηνίζουν τον ρόλο της Παναγίας στον ερχομό του Χριστού στον κόσμο
δ) κατονομάζουν και εξηγούν προσωνύμια και χαρακτηρισμούς της Παναγίας
ε) περιγράφουν και εξηγούν με παραδείγματα την οικειότητα και τη στενή σχέση των Χριστιανών με την Παναγία
στ) επιβεβαιώνουν πόσο ενέπνευσε η Παναγία την τέχνη και τον πολιτισμό στην Ελλάδα.

  Χρόνος: 3 δίωρα  

Μαθήματα από Ψηφιακό Σχολείο

   

ΚΕΙΜΕΝΑ

Από την Αγία Γραφή

  1. Ισαάκ: Ένα παιδί-δώρο του Θεού

Ο Αβραάμ και η γυναίκα του η Σάρα είχαν γεράσει αλλά δεν είχαν αποκτήσει παιδιά. Κάποια φορά, ο Θεός είπε στον Αβραάμ: «Οι απόγονοί σου θα είναι τόσο πολλοί σαν τους κόκκους της άμμου στη γη». Ο Αβραάμ όμως δυσκολευόταν να το πιστέψει γιατί δεν είχε παιδιά. Τη νύχτα εκείνη είπε ο Θεός στον Αβραάμ: «Κοίτα τον ουρανό και μέτρα τ’ αστέρια, αν μπορείς να τα μετρήσεις. Έτσι αναρίθμητοι θα είναι και οι απόγονοί σου». Ο Αβραάμ πίστεψε ό,τι του είπε ο Θεός.

Γεν 13, 14-18. 15, 5-6

Μια μέρα που ο Αβραάμ καθόταν μπροστά στην πόρτα της σκηνής του, σήκωσε τα μάτια του και είδε τρεις ξένους άντρες να στέκονται απέναντί του. Αμέσως έτρεξε να τους προϋπαντήσει και τους προσκύνησε σκύβοντας ως τη γη. «Σας προσκαλώ για φαγητό», είπε. Οι άντρες τον ευχαρίστησαν και κάθισαν στη σκιά μπροστά στη σκηνή.
Ο Αβραάμ ετοίμασε ένα καλό φαγητό και η Σάρα ζύμωσε πίτες για τους άντρες. Όταν το φαγητό ήταν έτοιμο, ο Αβραάμ το έφερε έξω και το πρόσφερε στους επισκέπτες του.
Εκείνοι, όταν έφαγαν, ρώτησαν τον Αβραάμ: «Πού είναι η Σάρα η γυναίκα σου;» Αυτός απάντησε: «Μέσα, στη σκηνή». Τότε ο ένας από τους άντρες είπε: «Του χρόνου τέτοια εποχή θα ξανάρθω και η γυναίκα σου η Σάρα θα έχει γιο».
Η Σάρα άκουσε τι είπε ο άντρας. Δεν μπορούσε όμως να το πιστέψει. Γέλασε λοιπόν κρυφά καθώς σκεφτόταν: «Αφού γεράσαμε! Δεν μπορούμε πια να αποκτήσουμε παιδιά».
Ο άντρας είπε: «Γιατί γέλασε η Σάρα; Τίποτα δεν είναι αδύνατο για τον Θεό!»
Μετά από ένα χρόνο, ο Θεός εκπλήρωσε την υπόσχεσή του: η Σάρα γέννησε ένα γιο. Τον ονόμασαν «Ισαάκ», που σημαίνει «γέλιο». Επειδή η Σάρα είχε γελάσει όταν άκουσε ότι σ’ ένα χρόνο θ’ αποκτούσαν γιο.

  1. Μωυσής: ένα παιδί που σώθηκε απ’ τα νερά

Οι Ισραηλίτες υποφέρουν στην Αίγυπτο

Τα πάρα πολύ παλιά χρόνια οι Ισραηλίτες ζούσαν υποδουλωμένοι στην Αίγυπτο. Όταν μάλιστα στον θρόνο ανέβηκε ένας νέος βασιλιάς, τα πράγματα χειροτέρεψαν. «Αυτοί οι Ισραηλίτες γίνονται ολοένα και περισσότεροι.
Σύντομα θα είναι πιο δυνατοί από μας και θα μας κάνουν ό,τι θέλουν!» είπε στον λαό του.
Ο Φαραώ έδωσε διαταγή να εργάζονται οι Ισραηλίτες σκληρά. Σκέφτηκε: «Έτσι θα τους έχουμε του χεριού μας». Τους άντρες των Ισραηλιτών τους μεταχειρίζονταν σαν να ήταν σκλάβοι. Τους υποχρέωναν να φτιάχνουν από τη λάσπη τούβλα και να χτίζουν μεγάλες πόλεις για τον Φαραώ.
Όλα αυτά όμως δεν ήταν αρκετά για τον Φαραώ. Έβγαλε τότε διαταγή και είπε: «Κάθε αγόρι που γεννιέται από τους Ισραηλίτες να το ρίχνετε στον ποταμό Νείλο. Τα κορίτσια να τα αφήνετε να ζουν». Γιατί φοβόταν μήπως οι άντρες Ισραηλίτες πληθύνουν πολύ κι αρχίσουν να πολεμούν τους Αιγύπτιους.

Εξ 1

Η γέννηση και η σωτηρία του Μωυσή

Η ζωή στην Αίγυπτο ήταν πολύ δύσκολη για τους Ισραηλίτες. Όλους τους γονείς τούς έπιανε φόβος όταν γεννιόταν ένα αγόρι. Το ίδιο αισθάνθηκε κι ένα ανδρόγυνο που είχαν κιόλας ένα γιο και μια κόρη, αλλά απέκτησαν και ένα τρίτο παιδί. Ήταν αγόρι και ήταν πολύ όμορφο.
Η μητέρα λυπήθηκε πολύ. Δεν ήθελε να ρίξουν οι στρατιώτες το παιδί της στον Νείλο. Γι’ αυτό τον λόγο, το έκρυβε. Το παιδί όμως μεγάλωνε και η μητέρα του δεν μπορούσε πια να το κρύβει. Πήρε ένα καλάθι, έβαλε το παιδί μέσα και το άφησε στις καλαμιές, στις όχθες του Νείλου. Έβαλε και την αδερφή του παιδιού να παρακολουθεί από μακριά τι θα γίνει.
Τότε ήρθε η κόρη του Φαραώ με τις υπηρέτριές της για να λουστεί στον Νείλο. Κάποια στιγμή, πρόσεξε το καλάθι ανάμεσα στα καλάμια κι έστειλε τη δούλη της να το πάρει. Το άνοιξε και είδε μέσα ένα μικρό αγόρι που έκλαιγε. Το λυπήθηκε και είπε: «Αυτό είναι Εβραιόπουλο».
Τότε η Μαριάμ, η αδερφή του παιδιού, ρώτησε την κόρη του Φαραώ: «Να πάω να σου φωνάξω μια γυναίκα από τις Ισραηλίτισσες, να σου θηλάζει το παιδί;»
Η κόρη του Φαραώ της λέει: «Πήγαινε». Πάει το κορίτσι και φωνάζει τη μητέρα του παιδιού. «Πάρε αυτό το παιδί», της λέει η βασιλοπούλα «και θήλασέ το για μένα, κι εγώ θα σου δίνω την αμοιβή σου». Έτσι η μητέρα πήρε πάλι το παιδί κοντά της. Όταν αυτό μεγάλωσε, το έφερε στην κόρη του Φαραώ. Εκείνη το υιοθέτησε και του έδωσε το όνομα Μωυσής.

Εξ 2, 1-10

 

Η Φλεγόμενη Βάτος

Κάποια μέρα ο Μωυσής ήρθε με τα πρόβατά του στο βουνό Χωρήβ. Τότε του φανερώθηκε ο Θεός μέσα σε μια πύρινη φλόγα που έβγαινε από μια βάτο. Ο Μωυσής είδε πως η βάτος, ενώ είχε πάρει φωτιά κι ήταν μέσα στις φλόγες, δεν καιγόταν να γίνει στάχτη. Είπε λοιπόν: «Ας πάω να δω αυτό το παράδοξο θέαμα: γιατί δεν καίγεται η βάτος;»
Μόλις πλησίασε, άκουσε μια φωνή μέσα από τη βάτο: «Μωυσή, Μωυσή». Αυτός απάντησε: «Ορίστε». «Μην πλησιάσεις εδώ», είπε η φωνή.. «Βγάλε τα σανδάλια από τα πόδια σου, γιατί ο τόπος όπου στέκεσαι είναι τόπος άγιος. Εγώ είμαι ο Θεός των προγόνων σου, ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ, ο Θεός του Ιακώβ». Τότε ο Μωυσής σκέπασε το πρόσωπό του, γιατί φοβόταν να κοιτάξει τον Θεό.

Ο Θεός συνέχισε: «Είδα τη δυστυχία του λαού μου στην Αίγυπτο, και άκουσα την κραυγή τους εξαιτίας των καταπιεστών τους. Ξέρω τα βάσανά τους. Γι’ αυτό κατέβηκα να τους γλιτώσω από τους Αιγυπτίους και να τους οδηγήσω σε μια χώρα μεγάλη και εύφορη. Πήγαινε στον Φαραώ και πες του να ελευθερώσει τον λαό μου».

Εξ 3, 1-10

  1. Δαβίδ: Το βοσκόπουλο της Βηθλεέμ που έγινε ο δοξασμένος βασιλιάς των Ιουδαίων

Η χρίση του μικρού Δαβίδ ως βασιλιά του Ισραήλ

Στην Ιουδαία εκείνα τα παλιά χρόνια βασίλευε ο Σαούλ. Όταν ανέβηκε στον θρόνο ήταν σεμνός και συνετός βασιλιάς, μα σιγά σιγά ο εγωισμός του τον τύφλωσε κι έγινε σκληρός και τυραννικός. Τότε ζούσε και ο μεγάλος προφήτης Σαμουήλ. Ο Θεός είπε στον Σαμουήλ: «Ο Σαούλ δεν μπορεί πια να είναι βασιλιάς του Ισραήλ. Γέμισε το δοχείο σου με λάδι και πήγαινε στην πόλη Βηθλεέμ, στον Ιεσσαί, γιατί έχω βρει ανάμεσα στους γιους του τον βασιλιά που χρειάζομαι».
Ο Σαμουήλ έκανε όπως του είπε ο Θεός και πήγε στη Βηθλεέμ. Ο Ιεσσαί παρουσίασε εφτά από τους γιους του στον Σαμουήλ. Κανέναν όμως απ’ αυτούς δεν είχε διαλέξει ο Θεός.
Ο Σαμουήλ ρώτησε τον Ιεσσαί: «Αυτά είναι όλα τα παιδιά σου;» Ο Ιεσσαί απάντησε: «Απομένει ακόμα ο μικρότερος, αλλά αυτός βόσκει τα πρόβατα. Τον λένε Δαβίδ». Ο Σαμουήλ του είπε: «Στείλε και φέρ’ τον».
Και ο Δαβίδ ήρθε. Τον έφεραν μπροστά στον προφήτη. Ήταν όμορφος πολύ. Είχε ξανθά μαλλιά και σπινθηροβόλο βλέμμα. Τότε ο Θεός είπε στον Σαμουήλ: «Αυτός είναι. Σήκω και χρίσε τον βασιλιά!»
Πήρε λοιπόν ο Σαμουήλ το δοχείο με το λάδι και έχρισε τον Δαβίδ. Έτσι ορίστηκε να γίνει βασιλιάς του Ισραήλ. Από κείνη την ημέρα, ο Θεός ήταν μαζί με τον Δαβίδ.

Α΄ Σαμ 16, 1-13

Δαβίδ και Γολιάθ

Τον καιρό που ο Σαούλ ήταν βασιλιάς, γίνονταν συνέχεια πόλεμοι ανάμεσα στον ισραηλιτικό λαό και στους εχθρούς του, τους Φιλισταίους.
Κάποια μέρα, οι Φιλισταίοι ήρθαν πάλι ως τα σύνορα και έστησαν το στρατόπεδό τους. Τότε κάλεσε ο βασιλιάς Σαούλ τους άντρες του Ισραήλ να πάρουν τα όπλα. Πήγαν στον πόλεμο και τα αδέρφια του Δαβίδ. Αλλά ο Δαβίδ ήταν πολύ νέος για να γίνει στρατιώτης. Έπρεπε να μείνει κοντά στον πατέρα του και να φυλάει τα πρόβατα.
Όταν ο Σαούλ και οι Ισραηλίτες ήρθαν στα σύνορα, βγήκε από το στρατόπεδο των Φιλισταίων ένας πολεμιστής. Ονομαζόταν Γολιάθ και ήταν ψηλός σαν γίγαντας. Φορούσε βαριά πανοπλία και χάλκινη περικεφαλαία. Είχε ένα βαρύ σπαθί και ένα τεράστιο ακόντιο. Ένας άλλος στρατιώτης τού κουβαλούσε την ασπίδα του.
Ο Γολιάθ κάθε μέρα έβγαινε από το στρατόπεδο και φώναζε στους Ισραηλίτες: «Ποιος από σας τολμά να αναμετρηθεί μαζί μου; Ας έρθει κάποιος να παλέψει μαζί μου. Αν με νικήσει, κερδίσατε τον πόλεμο. Αν όμως τον νικήσω, τότε κερδίσαμε εμείς τον πόλεμο, κι εσείς θα γίνετε σκλάβοι μας». Κανείς όμως από τους Ισραηλίτες δεν τολμούσε να αναμετρηθεί με τον Γολιάθ.
Μια μέρα, ο Ιεσσαί έστειλε τον Δαβίδ στο στρατόπεδο για να μάθει πώς είναι οι γιοι του. Την ώρα που ο Δαβίδ μιλούσε με τα αδέρφια του ο Γολιάθ για μια ακόμη φορά προκάλεσε τους Ισραηλίτες σε μονομαχία. Τότε ο Δαβίδ πήγε στον Σαούλ και του είπε: «Βασιλιά μου, δεν τον φοβάμαι εγώ αυτόν τον Φιλισταίο που κοροϊδεύει τον λαό του Θεού. Θέλω να παλέψω μαζί του!» Ο Σαούλ όμως απάντησε: «Αυτό είναι αδύνατο! Εσύ είσαι πολύ νέος, ενώ ο Φιλισταίος είναι έμπειρος πολεμιστής!»
Τότε ο Δαβίδ του είπε: «Όταν έβοσκα τα πρόβατα του πατέρα μου, ερχόταν μερικές φορές κανένα λιοντάρι ή καμιά αρκούδα και άρπαζε ένα πρόβατο. Τότε εγώ έτρεχα ξοπίσω τους, τα σκότωνα και γλίτωνα το πρόβατο. Ο Θεός με γλίτωσε από τα νύχια του λιονταριού και της αρκούδας. Αυτός θα με γλιτώσει κι από τα χέρια του Γολιάθ.
Τότε ο Σαούλ είπε στον Δαβίδ: «Πήγαινε, κι ας είναι ο Θεός μαζί σου!»
Έδωσε στον Δαβίδ τη δική του πανοπλία και του φόρεσε την περικεφαλαία του. Ο Δαβίδ ζώστηκε το ξίφος του Σαούλ πάνω από την πανοπλία και έκανε μερικά βήματα. Η πανοπλία όμως του ήταν πολύ μεγάλη και πολύ βαριά. Ο Δαβίδ είπε στον Σαούλ: «Αυτή η πανοπλία δεν είναι για μένα» και την έβγαλε.
Ύστερα ο Δαβίδ πήγε στο ποτάμι και διάλεξε πέντε λιθαράκια. Τα έβαλε στο ποιμενικό σακούλι του. Πήρε στο χέρι το ραβδί του και τη σφεντόνα του και πλησίασε τον Γολιάθ.
Ο Φιλισταίος κοίταξε τον Δαβίδ και γέλασε που τον είδε τόσο νέο. Ο Δαβίδ όμως πήρε ένα λιθάρι από το σακούλι του, το έβαλε στη σφεντόνα και το έριξε στο κεφάλι του Γολιάθ. Τότε ο Γολιάθ έπεσε με το πρόσωπο στη γη.
Όταν οι Φιλισταίοι είδαν ότι σκοτώθηκε ο ισχυρότερος ανάμεσα στους άντρες τους, τράπηκαν σε φυγή.
Τώρα πια ο Δαβίδ ήταν ξακουστός. Δεν γύρισε πίσω στην οικογένειά του. Ο βασιλιάς Σαούλ τον κράτησε κοντά του στο παλάτι. Αργότερα τον έκανε και αρχηγό του στρατού. Από τότε ο Δαβίδ έγινε για όλη τη χώρα το σύμβολο της λεβεντιάς και της ομορφιάς. Οι κοπέλες στα πανηγύρια τραγουδούσαν:

Ο Σαούλ νίκησε χιλιάδες,

Μα ο Δαβίδ νίκησε μυριάδες!

Α΄ Σαμ 17 – 18

Ο Δαβίδ ανακηρύσσεται βασιλιάς

Όλες οι φυλές των Ισραηλιτών ήρθαν στον Δαβίδ και του είπαν: «Εμείς είμαστε σάρκα και αίμα σου. Ακόμα και τον καιρό που ο Σαούλ ήταν βασιλιάς, εσύ ήσουν που οδηγούσες τους Ισραηλίτες στον πόλεμο και τους έφερνες πίσω. Ο Κύριος σου είχε πει από τότε ότι εσύ θα οδηγούσες κάποτε τον λαό του, τον Ισραήλ, και θα γινόσουν ηγεμόνας του».
Έτσι όλοι οι πρεσβύτεροι του λαού ήρθαν στον Δαβίδ, κι εκείνος έκανε μαζί τους συμφωνία. Και έχρισαν τον Δαβίδ βασιλιά του Ισραήλ.
Ο Δαβίδ ήταν τριάντα ετών όταν έγινε βασιλιάς και βασίλεψε σαράντα χρόνια.

Β΄ Σαμ 5, 1-5

Όταν ο Δαβίδ νίκησε όλους τους εχθρούς του, ο Δαβίδ ύμνησε τον Θεό με τα παρακάτω λόγια:

Εσύ είσαι Κύριε, το καταφύγιό μου,

το φρούριό μου

κι ο ελευθερωτής μου.

Θεέ μου εσύ είσαι ο βράχο μου,

όπου και καταφεύγω∙

η ασπίδα μου κι η δύναμη

που με λυτρώνει…

Είσαι ο σωτήρας, που με σώζει

από την αδικία…

Β΄ Σαμ 22, 1-51

Θα σ’ εξυμνήσω, Κύριε,

γιατί με γλίτωσες∙

και δεν άφησες να χαρούν

για μένα οι εχθροί μου.

Κύριε, Θεέ μου∙

σου ζήτησα βοήθεια

και με θεράπευσες …

Σ’ εσένα κράζω, Κύριε,

σ’ εσέ προσεύχομαι, τον Κύριό μου…

Τη θλίψη μου την άλλαξες

σε ευφρόσυνο χορό∙

μου έβγαλες τα πένθιμα

και τη χαρά με ντύνεις…

Ψλ 30     

  1. Δανιήλ, Ανανίας, Αζαρίας, Μισαήλ: Γνώση, καλοσύνη και θάρρος στα παλάτια της Βαβυλώνας

Ο βασιλιάς της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσορ, ήρθε στην Ιερουσαλήμ με τον στρατό του και κατέλαβε την πόλη. Διέταξε να διαλέξουν από τους Ισραηλίτες όσους νέους ήταν από αρχοντικές οικογένειες και διέθεταν γνώση και αντίληψη. Ο σκοπός του ήταν να τους προσλάβει στην υπηρεσία του, αφού τους δίδασκαν να διαβάζουν και να γράφουν στη γλώσσα των Βαβυλωνίων. Για τρία χρόνια δίδαξαν στους νέους όλα όσα έπρεπε να ξέρουν προκειμένου να υπηρετήσουν τον βασιλιά.
Ένας από τους νέους ονομαζόταν Δανιήλ. Αυτός και οι τρεις φίλοι του, ο Ανανίας, ο Μισαήλ και ο Αζαρίας, επιλέχτηκαν για την υπηρεσία του Ναβουχοδονόσορα. Ο βασιλιάς γρήγορα κατάλαβε ότι και οι τέσσερις ήταν πιο έξυπνοι από τους άλλους. Στις ερωτήσεις του αυτοί απαντούσαν με σοφία και σύνεση.
Κάποια μέρα ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ κατασκεύασε ένα μεγάλο χρυσό άγαλμα και έδωσε τη διαταγή: «Όλοι οι άνθρωποι του βασιλείου μου θα πρέπει να πέφτουν και να προσκυνούν το χρυσό άγαλμα. Όποιος δεν πέσει να το προσκυνήσει, θα ριχτεί αμέσως σε καμίνι με φωτιά».
Όλος ο λαός προσκυνούσε το χρυσό άγαλμα, αλλά ο Ανανίας, ο Μισαήλ και ο Αζαρίας προσκυνούσαν μόνο τον Θεό του Ισραήλ.
Όταν το άκουσε αυτό ο βασιλιάς, διέταξε να τους φέρουν μπροστά του, στο παλάτι, και τους είπε: «Πώς τολμάτε να μην υπακούτε στις διαταγές μου; Μήπως νομίζετε πως ο Θεός σας μπορεί να σας γλιτώσει, αν σας ρίξω στο καμίνι;»
Οι τρεις νέοι όμως απάντησαν; «Αν ο Θεός θέλει, μπορεί να μας γλιτώσει από σένα και το καμίνι. Αλλά κι αν αυτό δε γίνει, πρέπει να ξέρεις, ότι εμείς το χρυσό άγαλμα που έστησες δεν το προσκυνάμε».
Τότε ο Ναβουχοδονόσορ θύμωσε πολύ. Διέταξε να ρίξουν τους τρεις νέους μπροστά στα μάτια του στο καμίνι της φωτιάς. Ο Θεός όμως έστειλε έναν άγγελο ο οποίος προστάτεψε τους τρεις φίλους από τη φωτιά. Η φωτιά ούτε που τους άγγιζε.

Δν 1

Τότε ο βασιλιάς πλησίασε στο καμίνι και φώναξε τους τρεις νέους να βγουν απ’ τη φωτιά. Όλοι οι σύμβουλοι του βασιλιά τους εξέτασαν και είδαν ότι η φωτιά δεν τους είχε πειράξει καθόλου. Ο Ναβουχοδονόσορ είπε: «Ευλογημένος ο Θεός του Ανανία, Μισαήλ και Αζαρία που έστειλε τον άγγελό του και τους έσωσε! Αυτούς που προτίμησαν να καούν, παρά να λατρέψουν και να προσκυνήσουν άλλο θεό! Δίνω διαταγή, να μην τολμήσει ποτέ κανείς να πει κάτι κακό εναντίον αυτού του Θεού, γιατί άλλος θεός δεν υπάρχει!»
Μετά ο βασιλιάς έδωσε στους τρεις νέους σπουδαιότερες θέσεις απ’ αυτές που κατείχαν ως τότε.

Δν 3, 24-30

  1. Ιωάννης ο Βαπτιστής

Την εποχή εκείνη, στον ναό της Ιερουσαλήμ ιερέας ήταν ο Ζαχαρίας. Η γυναίκα του λεγόταν Ελισάβετ. Ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ ήταν ηλικιωμένοι και δεν είχαν παιδιά.
Μια μέρα πήγε ο Ζαχαρίας στον ναό. Πολλοί άνθρωποι στέκονταν εκεί και προσεύχονταν. Μόνο ο ιερέας επιτρεπόταν να μπει στο εσωτερικό του ναού, για να προσευχηθεί και να θυμιάσει. Ο Ζαχαρίας μπήκε μέσα στον ναό. Όταν στάθηκε μπροστά στο θυσιαστήριο, του εμφανίστηκε ξαφνικά ένας άγγελος. Ο Ζαχαρίας ταράχτηκε. Ο άγγελος όμως του είπε:
«Μη φοβάσαι Ζαχαρία! Ο Θεός άκουσε την προσευχή σου∙ η γυναίκα σου η Ελισάβετ θα σου γεννήσει γιο, και θα του δώσεις το όνομα Ιωάννης. Όταν θα μεγαλώσει, θα πει στους ανθρώπους: «Ετοιμαστείτε! Ο Θεός σάς στέλνει τον Μεσσία!»
Ο Ζαχαρίας είπε στον άγγελο: «Η γυναίκα μου η Ελισάβετ κι εγώ είμαστε περασμένης ηλικίας. Δεν μπορούμε πια ν’ αποκτήσουμε παιδιά!»
Ο άγγελος του αποκρίθηκε: «Εγώ είμαι ο Γαβριήλ, και βρίσκομαι κοντά στον Θεό. Ο Θεός μ’ έστειλε να σου μιλήσω και να σου αναγγείλω αυτή την ευχάριστη είδηση. Επειδή όμως δεν πίστεψες στα λόγια μου, απ’ αυτή τη στιγμή θα χάσεις τη λαλιά σου, ως τη μέρα που θα γεννηθεί το παιδί».
Ο λαός στο μεταξύ περίμενε να βγει ο Ζαχαρίας από το θυσιαστήριο και να τους ευλογήσει. Όλοι απορούσαν για την αργοπορία του. Όταν όμως βγήκε, δεν μπορούσε να τους μιλήσει και κατάλαβαν ότι είχε δει κάποιο όραμα.
Ο Ζαχαρίας γύρισε στο σπίτι του. Η Ελισάβετ σύντομα κατάλαβε ότι θα αποκτήσει παιδί. Χάρηκε πάρα πολύ και είπε: «Ο Θεός δεν με ξέχασε! Αυτός μου χάρισε τούτο το παιδί».
Σύντομα η Ελισάβετ γέννησε το παιδί της. Ήταν αγόρι, όπως το είχε πει ο άγγελος. Οι γείτονες και οι συγγενείς ήρθαν να δουν το παιδί και να χαρούν μαζί με την Ελισάβετ. Τη ρώτησαν: «Πώς θα ονομαστεί το παιδί; Σίγουρα Ζαχαρίας, όπως ο πατέρας του». Η Ελισάβετ όμως απάντησε: «Όχι, θα ονομαστεί Ιωάννης». Τότε της είπαν: «Μα δεν υπάρχει κανένας απ’ τους συγγενείς σου που να έχει αυτό το όνομα».
Ρώτησαν τότε τον Ζαχαρία τι όνομα ήθελε να δώσει στο παιδί. Ο Ζαχαρίας πήρε μια μικρή πλάκα και έγραψε: «Ιωάννης είναι το όνομά του». Μόλις το έγραψε, ο Ζαχαρίας μπόρεσε και πάλι να μιλήσει. Αμέσως άρχισε να δοξολογεί και να ευχαριστεί τον Θεό.
Όλοι οι γείτονες θαύμασαν και έμειναν έκπληκτοι. Παντού το συζητούσαν κι ο καθένας αναρωτιόταν: «Τι θα γίνει άραγε αυτό το παιδί;»

Λκ 1, 5-19. 57-66

Αποδεχόμαστε και εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας

Ο διψασμένος κότσυφας (λαϊκό παραμύθι από το Μπαγκλαντές)

Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε στο δάσος ένας κότσυφας. Μια μέρα ο κότσυφας ήταν πολύ διψασμένος, αλλά όσο κι αν έψαχνε για νερό δεν έβρισκε πουθενά. Στο τέλος πέταξε στην κορυφή ενός ψηλού δέντρου κι αγνάντεψε τριγύρω. Μακριά στο βάθος είδε έναν κήπο. “Εκεί θα βρω νερό”, σκέφτηκε και πέταξε βιαστικά προς τα κει.
Μόλις έφτασε στον κήπο, είδε ένα παλιό πιθάρι. “Εδώ θα πιω νερό”, σκέφτηκε και γαντζώθηκε στο στόμιο του πιθαριού. Πραγματικά στο πιθάρι είχε νερό. Το νερό όμως ήταν λίγο. ‘Έφτανε δεν έφτανε μέχρι τη μέση του πιθαριού. ‘Έτσι ο κότσυφας, όσο κι αν έσκυβε, κι αν προσπαθούσε, δεν μπορούσε να πιει.
Μια πάπια που τριγυρνούσε στον κήπο και τον είδε του είπε: “‘Άδικα προσπαθείς. Δεν θα τα καταφέρεις. Το νερό ίσα που καλύπτει τον πάτο”. Ο κότσυφας την άκουσε, αλλά δεν απάντησε. Λίγο αργότερα τον πλησίασε μια χήνα και του είπε: “Ε, κότσυφα, τόση ώρα προσπαθείς και σταγόνα νερό δεν ήπιες. Δεν κουράστηκες; Παράτα τα πια!”
Ο κότσυφας την άκουσε αλλά ούτε και σ’ αυτή απάντησε. Σταμάτησε για λίγο να προσπαθεί για να σκεφτεί τι θα κάνει. Τότε πέρασε απ’ το μυαλό του μια σπουδαία ιδέα. Άρχισε αμέσως να μαζεύει με το ράμφος του πετραδάκια και να τα ρίχνει μέσα στο πιθάρι. Το νερό άρχισε σιγά σιγά να ανεβαίνει. Όσο περισσότερα πετραδάκια έριχνε τόσο ψηλότερα ανέβαινε το νερό, μέχρι που έφτασε στο στόμιο του πιθαριού.
Τότε ο κότσυφας βούτηξε μέσα το ράμφος του και ήπιε, ήπιε μέχρι που ξεδίψασε. Μετά γύρισε και είπε στην πάπια και τη χήνα που κοίταζαν απορημένες: “Τώρα καταλαβαίνετε γιατί δεν σας απαντούσα; Προσπαθούσα να μην σας ακούω!”

Ζωρζ Σαρρή, Ο Φαντασμένος (βασισμένο σε γαλλικό παραμύθι του Perrault)

Πριν από πολλά χρόνια, σε ένα κάστρο μακρινό, γεννήθηκε ένα αρχοντόπουλο με μια τεράστια και αστεία μύτη, ο Φαντασμένος. Οι γονείς του, όμως, που είχαν συνηθίσει να απολαμβάνουν πλούτη και όλοι να τους παινεύουν, δεν μπορούσαν να αποδεχτούν το γεγονός ότι το παιδί τους δεν ήταν το ομορφότερο του κόσμου. Ανάγκασαν όλους τους αυλικούς να φορούν ψεύτικες μύτες και έκαναν το παιδί τους να πιστεύει ότι έχει την ωραιότερη μύτη. Όταν μια γριά που ζούσε κοντά στο παλάτι πήγε να ευλογήσει το μωρό και είδε τη μύτη του γέλασε και είπε: «τέτοια μύτη δεν έχω ματαδεί … Όμως δε χάθηκε ο κόσμος! Το αρχοντόπουλο έχει τόσες άλλες χάρες…». Οργισμένοι οι άρχοντες την έδιωξαν μακριά. Τα χρόνια πέρασαν, ο Φαντασμένος μεγάλωσε και έμαθε πολλά. Όχι όμως ότι είχε μια άσχημη μύτη. Μια μέρα γνώρισε τη Χαριτωμένη, μια όμορφη κοπέλα με φωνή σαν του αηδονιού. Την αγάπησε πολύ και ήθελε να την κάνει γυναίκα του. Όμως δεν ήξερε πού βρισκόταν η Χαριτωμένη γι’ αυτό και ξεκίνησε να την βρει.
Χρόνια την έψαχνε. Κάποτε τα βήματά του τον οδήγησαν στην καλύβα της γριάς που του αποκάλυψε την αλήθεια για τη μύτη του. Ο Φαντασμένος όμως δεν την πίστεψε. Συνέχισε να αναζητά την Χαριτωμένη θεωρώντας πως όσοι σχολίαζαν τη μύτη του απλά τον ζήλευαν. Όταν τελικά βρήκε την Χαριτωμένη, αυτή τον βοήθησε να καταλάβει και να αποδεχτεί την αλήθεια. Κι έτσι, μπόρεσε να ζήσει ευτυχισμένος με την αγαπημένη του.

Μουσική και videos