ΘΕ 1: Ζούμε μαζί

Αρχική/ΘΕ 1: Ζούμε μαζί
ΘΕ 1: Ζούμε μαζί 2017-04-05T15:53:16+00:00

Κεντρικές ιδέες Θεματικών Ενοτήτων

Εισαγωγή

Η πρώτη ΘΕ εισάγει τους μαθητές στην κατανόηση της πραγματικότητας ως κοινότητας και της ζωής ως σχέσης και επικοινωνίας: με τους γονείς, τους φίλους, τους συμμαθητές, αλλά και τους «άλλους», τους μακρινούς και ξένους. Ιστορίες από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη αναπαράγουν και ζωντανεύουν αυτές τις διαστάσεις, εξοικειώνοντας ταυτόχρονα τους μικρούς μαθητές με τον κόσμο της Αγίας Γραφής.

 

Γενικοί Στόχοι Ενότητας

Οι μαθητές:
α) μοιράζονται συναισθήματα και εμπειρίες γύρω από τις σχέσεις τους (οικογενειακές, φιλικές, σχολικές)
β) συναισθάνονται τη σημασία της κοινής ζωής, καθώς και της αλληλεγγύης, της αγάπης και της αλληλοπροσφοράς στις διαπροσωπικές τους σχέσεις
γ) αφηγούνται τις βιβλικές διηγήσεις, ανακαλύπτουν σ’ αυτές διαστάσεις των ανθρώπινων σχέσεων και εκφράζουν συναισθήματα, προσωπικές σκέψεις και κρίσεις
δ) αναγνωρίζουν τον Θεό των Χριστιανών ως πρόσωπο της έμπρακτης αγάπης προς όλους και χωρίς καμία διάκριση.

  Χρόνος: 3 δίωρα    

Μαθήματα από Ψηφιακό Σχολείο

 

Κείμενα

Ιστορίες από την Παλαιά Διαθήκη

1. Δύο διαφορετικά αδέρφια: Η ιστορία του Ησαύ και του Ιακώβ

Ο Ισαάκ και η Ρεβέκκα απέκτησαν δύο δίδυμα αγοράκια. Το πρωτότοκο το ονόμασαν Ησαύ και τον δεύτερο Ιακώβ. Ο Ησαύ ήταν κοκκινωπός και τριχωτός και μεγαλώνοντας έγινε ένα δυνατό και τολμηρό αγόρι που αγαπούσε το κυνήγι. Ο Ιακώβ ήταν φρόνιμος, γλυκομίλητος και προτιμούσε να μένει στο σπίτι βοηθώντας τη μητέρα του στις καθημερινές δουλειές. Ο Ισαάκ αγαπούσε περισσότερο τον Ησαύ επειδή του έφερνε κι έτρωγε ζώα και πουλιά που σκότωνε στο κυνήγι. Η Ρεβέκκα αγαπούσε περισσότερο τον Ιακώβ αφού ήταν κοντά της στο σπίτι.Μια μέρα, ενώ ο Ιακώβ μαγείρευε φακές, ο Ησαύ γύρισε κουρασμένος και πεινασμένος από το κυνήγι. «Πεθαίνω της πείνας, γρήγορα δώσε μου λίγες φακές» είπε στον αδερφό του. Τότε βρήκε την ευκαιρία ο Ιακώβ και του είπε: «Θα σου δώσω να φας αν μου δώσεις για αντάλλαγμα τα πρωτοτόκια σου». Τα πρωτοτόκια ήταν συνήθεια της εποχής εκείνης σύμφωνα με την οποία αυτός που θα γεννιόταν πρώτος σε μια οικογένεια – ο πρωτότοκος – έπαιρνε την πρώτη ευλογία του πατέρα του, γινόταν ο αρχηγός της οικογένειας όταν πια θα ήταν γέρος ο πατέρας και έπαιρνε διπλό μερίδιο από την πατρική κληρονομιά.«Εγώ πεινάω. Σε τι να με ωφελήσουν τα πρωτοτόκια; Στα χαρίζω λοιπόν» είπε ο Ησαύ. Έτσι, έδωσε τον λόγο του στον Ιακώβ και αντάλλαξε τα πρωτοτόκια του με ένα γεμάτο πιάτο φακές.

 Γεν 25, 24-34

Όταν ο Ισαάκ γέρασε πολύ δεν έβλεπε πια. Καθώς αισθανόταν ότι πλησίαζε το τέλος του, ήθελε να ευλογήσει τον Ησαύ. Δεν ήξερε βέβαια πως είχε πουλήσει τα πρωτοτόκια. Του ζήτησε, λοιπόν, να πάει για κυνήγι και να του μαγειρέψει να φάει από τα ζώα που θα έφερνε. Η Ρεβέκκα, όμως, ήθελε να πάρει ο Ιακώβ την πατρική ευχή. Έτσι, σχεδίασε να ξεγελάσει τον Ισαάκ. Μαγείρεψε δύο κατσικάκια και συμβούλεψε τον Ιακώβ να τυλίξει τα χέρια του και τον λαιμό του με τα δέρματα των δύο κατσικιών και να προσποιηθεί πως ήταν ο τριχωτός Ησαύ.

Ο Ιακώβ άκουσε τη μητέρα του και πήγε το φαγητό στον πατέρα του προσποιούμενος ότι είναι ο Ησαύ. Ο Ισαάκ παραξενεύτηκε ακούγοντας αλλαγμένη τη φωνή του Ησαύ. Μια, λοιπόν, και δεν έβλεπε, ψηλάφισε τα χέρια του Ιακώβ και πίστεψε πως ήταν ο Ησαύ. Αφού έφαγε το νόστιμο φαγητό έδωσε την ευλογία του στον γιο που ήταν μπροστά του. Έτσι, αντί για τον Ησαύ, ευλογήθηκε ο Ιακώβ. Όταν ο Ησαύ γύρισε από το κυνήγι ήταν πια αργά! Ο Ησαύ μετάνιωσε που πούλησε τα πρωτοτόκια, μίσησε τον αδερφό του και ήθελε να τον εκδικηθεί. Έλεγε μάλιστα πως θα τον σκότωνε μόλις πέθαινε ο πατέρας τους. Η Ρεβέκκα όταν έμαθε τα σχέδιά του Ησαύ έστειλε τον Ιακώβ στον αδερφό της που ζούσε σε χώρα μακρινή. Έτσι, ο Ιακώβ εξορίστηκε και η λύπη του ήταν μεγάλη.

                                                                      Γεν 27, 1-42

Μετά από πολλά χρόνια και αφού ο Ιακώβ είχε πια μεγάλη οικογένεια, έστειλε μήνυμα στον αδελφό του τον Ησαύ και του έλεγε πως ετοιμάζεται να γυρίσει και πως ήρθε ο καιρός να φιλιώσουν πια. Γρήγορα πήρε την είδηση ότι ο Ησαύ έρχεται να τον συναντήσει με τετρακόσιους άντρες. Ο Ιακώβ φοβήθηκε ότι ερχόταν για να του επιτεθεί και προσευχήθηκε στον Θεό.

Όταν είδε από μακριά τον Ησαύ να έρχεται με τους άντρες του, έτρεξε και προσκύνησε στη γη εφτά φορές πριν τον πλησιάσει. Τότε ο Ησαύ, που του είχε περάσει ο θυμός μετά από τόσα χρόνια, έτρεξε να συναντήσει τον Ιακώβ και τον αγκάλιασε. Έπεσε στον λαιμό του και τον φιλούσε και έκλαιγαν μαζί. Ο Ιακώβ τόσο πολύ ευχαριστήθηκε για την υποδοχή που του έκανε ο αδελφός του ώστε του είπε: «Όταν είδα το πρόσωπό σου, ήταν σαν να είδα το πρόσωπο του Θεού». Ο Ιακώβ πρόσφερε στον αδερφό του πολλά δώρα τα οποία στην αρχή ο Ησαύ δεν ήθελε να τα πάρει αλλά μπροστά στην επιμονή του τελικά δέχτηκε. Μαζί και αγαπημένοι πήραν τον δρόμο της επιστροφής.

Γεν 33, 1-12

2. Η ιστορία του Ιωσήφ

Ο Ιακώβ απέκτησε δώδεκα γιους. Ήταν ένας καλός πατέρας, που αγαπούσε όλα του τα παιδιά. Είχε όμως ιδιαίτερη αδυναμία στον μικρότερο γιο του τον Ιωσήφ. Αυτή η αδυναμία του Ιακώβ έκανε τα αδέλφια του Ιωσήφ να ζηλέψουνε. Και πιο πολύ ζήλεψαν, όταν μια μέρα ο Ιακώβ χάρισε στον Ιωσήφ ένα πολύχρωμο χιτώνα. Η ζήλια τους έγινε μίσος όταν κάποτε ο Ιωσήφ τους διηγήθηκε δύο όνειρά του: «Είδα πως βρισκόμασταν» τους είπε «στα χωράφια, θερίζαμε και δέναμε όλοι δεμάτια. Ξαφνικά το δικό μου δεμάτι έμεινε όρθιο και τα δεμάτια τα δικά σας έπεσαν και το προσκύνησαν». Έπειτα «είδα πως ο ήλιος, το φεγγάρι και έντεκα αστέρια με προσκυνούσαν». Μετά από αυτά, οι αδερφοί του Ιωσήφ έγιναν έξω φρενών και πήραν την απόφαση να του αφαιρέσουν τη ζωή.

Δεν άργησαν να βρουν την κατάλληλη ευκαιρία. Μια μέρα που ο Ιακώβ έστειλε τον Ιωσήφ στο λιβάδι όπου τα αδέρφια του έβοσκαν τα κοπάδια τους, σκέφτηκαν να τον σκοτώσουν και να πουν στον πατέρα τους πως τον έφαγαν τα άγρια θηρία. Τότε, ο μεγαλύτερος αδερφός, ο Ρουβήν, τους πρότεινε να μην τον σκοτώσουν, αλλά να τον ρίξουν σε ένα λάκκο. Έτσι και έκαναν. Ο Ρουβήν βέβαια σχεδίαζε να πάει αργότερα και να σώσει τον Ιωσήφ. Ξαφνικά είδαν να περνάει από εκεί ένα καραβάνι με εμπόρους. Πήγαιναν στην Αίγυπτο και οι καμήλες τους ήταν φορτωμένες.
 Τα αδέρφια αποφάσισαν να πουλήσουν τον Ιωσήφ στους εμπόρους για είκοσι χρυσά νομίσματα. Έπειτα έσφαξαν ένα κατσίκι, λέρωσαν με το αίμα του τον χιτώνα του Ιωσήφ και τον έδειξαν στον πατέρα τους. Ο Ιακώβ, πιστεύοντας πως κάποιο άγριο θηρίο κατασπάραξε τον γιο του, άρχισε να θρηνεί και ήταν απαρηγόρητος.

Γεν 37, 1-35

Οι έμποροι έφεραν τον Ιωσήφ στην Αίγυπτο και εκεί τον πούλησαν σε έναν άρχοντα, τον Πετεφρή. Η εξυπνάδα και οι ικανότητες του Ιωσήφ γρήγορα αναγνωρίστηκαν από τον Πετεφρή. Έτσι γρήγορα του εμπιστεύτηκε όλα του τα υπάρχοντα και τις υποθέσεις του. Μετά από πολλές περιπέτειες του Ιωσήφ, ο ίδιος βασιλιάς της Αιγύπτου, ο Φαραώ, αναγνώρισε την αξία του και του έδωσε μεγάλη εξουσία πάνω σε όλη τη χώρα.

Όταν έπεσε πείνα σε όλη την περιοχή, τα αδέρφια του Ιωσήφ ήρθαν στην Αίγυπτο να αγοράσουν σιτάρι. Συναντήθηκαν με τον Ιωσήφ, αλλά δεν τον γνώρισαν. Αυτός τους γνώρισε και έκλαψε κρυφά. Μετά από κάποια τεχνάσματα που τους έκαναν να αναλογιστούν το κακό που είχαν κάνει πριν από χρόνια στον αδερφό τους, ο Ιωσήφ αποκαλύφθηκε κλαίγοντας, τους διηγήθηκε όλα όσα είχε περάσει στην Αίγυπτο και τους συγχώρεσε. Μάλιστα δώρισε στον καθένα μια γιορτινή φορεσιά. Τους έδωσε αμάξια φορτωμένα με τρόφιμα και δώρα για τον πατέρα του.
Όταν τα αδέρφια επέστρεψαν στον Ιακώβ τον πατέρα του, του είπαν ότι ο Ιωσήφ ζει και του διηγήθηκαν όλα όσα είχαν συμβεί. Ο Ιακώβ χάρηκα πολύ και είπε: «Μου φτάνει που ζει ακόμα ο Ιωσήφ, το παιδί μου. Θα πάω στην Αίγυπτο να τον δω πριν πεθάνω».
Ο Ιακώβ και όλη η οικογένειά του ξεκίνησαν για την Αίγυπτο όπου ο Φαραώ τους επέτρεψε να κατοικήσουν.

Γεν 37-47

3. Δαβίδ και Σαούλ

Μέσα στα μεγάλα παλάτια του βασιλιά Σαούλ ήταν απλωμένη σιωπή. Κανείς δε γελούσε και δε μιλούσε, γιατί φοβούνταν τον βασιλιά. Σκέψεις άσχημες και στενοχώρια τον τυραννούσαν και είχε χάσει τον ύπνο του. Τότε οι υπηρέτες του σκέφτηκαν να βρουν έναν άνθρωπο που να μπορεί να τραγουδάει με την άρπα του και να κάνει τον βασιλιά να ηρεμεί. Αυτός που βρήκαν ήταν ο Δαβίδ, ο μικρότερος γιος του Ιεσσαί, ένα όμορφο και ευγενικό τσοπανόπουλο που ζούσε στη Βηθλεέμ.
Ο Σαούλ συμπάθησε αμέσως τον Δαβίδ και αποφάσισε να τον κρατήσει στο παλάτι. Ο Δαβίδ, κάθε φορά που ο Σαούλ ήταν θλιμμένος, έπαιρνε την άρπα του και τραγουδούσε. Τα τραγούδια του ήταν απλά και τρυφερά. Μιλούσαν για τον Θεό και για τις ομορφιές της φύσης κι ο Σαούλ γαλήνευε. Έτσι ο βασιλιάς τον αγάπησε, ενώ ο γιος του Ιωνάθαν τον είχε σαν να ’ταν αδερφός του.

Βασ Α΄ 16, 14-23

Πέρασε καιρός πολύς. Ο Δαβίδ έγινε αγαπητός σε όλους. Κοντά στα τόσα του χαρίσματα, στη φρονιμάδα, στην ομορφιά και στο τραγούδι, είχε και γενναία καρδιά. Μια μέρα, ένας λαός γειτονικός, οι Φιλισταίοι ήρθαν εναντίον των Ιουδαίων κι ανάμεσά τους βγήκε ένας γίγαντας που λεγόταν Γολιάθ. Αυτός κορόιδευε και καλούσε όποιον Ιουδαίο είχε θάρρος να μονομαχήσει μαζί του. Μάλιστα φώναζε και έλεγε πως όποιος από τους δυο νικούσε, εκείνου κι ο στρατός να λογαριαζόταν νικητής. Κανένας όμως δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί του αφού ήταν ο φόβος και ο τρόμος των Ιουδαίων.
Τότε ήρθε στο στρατόπεδο των Ιουδαίων ο Δαβίδ, να φέρει τροφές στ’ αδέλφια του που πολεμούσαν. Είδε κι άκουσε κι αυτός τον φοβερό Γολιάθ και πήγε στον βασιλιά Σαούλ για να του δώσει την άδεια να βγει αυτός να μονομαχήσει με τον Γολιάθ. Με τα πολλά παρακάλια κατάφερε να πάρει την άδεια από τον βασιλιά και μόνο με τη σφεντόνα του, το θάρρος του και την πίστη του στον Θεό βγήκε μπροστά. Ο Γολιάθ όταν τον είδε, γέλασε και είπε: «Για σκύλο με πέρασες και βγήκες μπροστά μου με τη σφεντόνα;». Ο Δαβίδ χωρίς να φοβηθεί προχώρησε λίγο, έριξε με τη σφεντόνα του μια πέτρα που ξάπλωσε κάτω τον Γολιάθ κι έτσι κατάφερε να τον κατατροπώσει. Οι Ιουδαίοι ξεχύθηκαν τότε εναντίον των φοβισμένων Φιλισταίων και τους νίκησαν. Ο βασιλιάς Σαούλ, που είδε την ανδρεία του, έκανε τον Δαβίδ αρχηγό του στρατού. Από τότε ο Δαβίδ έγινε για όλη τη χώρα το σύμβολο της λεβεντιάς και της ομορφιάς. Οι κοπέλες στα πανηγύρια τραγουδούσαν:
Ο Σαούλ νίκησε χιλιάδες,
Μα ο Δαβίδ νίκησε μυριάδες!
Σιγά σιγά όμως ο Σαούλ με αυτά που άκουγε, άρχισε να ζηλεύει, να ανησυχεί και να φοβάται ότι ο Δαβίδ θα του πάρει τον θρόνο. Μέρα με τη μέρα η ανησυχία του μεγάλωνε, ώσπου στο τέλος έγινε μίσος. Ο Δαβίδ, χωρίς να υποπτεύεται τίποτα, εξακολουθούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον βασιλιά.
Ένα πρωί, την ώρα που έπαιζε την άρπα του και τραγουδούσε, ο Σαούλ έριξε κατά πάνω του το δόρυ του και κόντεψε να τον σκοτώσει.

Βασ Α΄ 17 και 18, 6-16

4. Δαβίδ και Ιωνάθαν

Ο γιος του Σαούλ Ιωνάθαν συμπάθησε πολύ τον Δαβίδ απ’ την αρχή της γνωριμίας τους. Έγιναν αχώριστοι φίλοι και ο Ιωνάθαν αγαπούσε τον Δαβίδ σαν τον εαυτό του. Έβγαλε μάλιστα τον μανδύα που φορούσε και του τον έδωσε. Επίσης του έδωσε την πανοπλία του, το ξίφος του, το τόξο και τη ζώνη του. Όταν κατάλαβε ότι ο πατέρας του, ο Σαούλ, σκόπευε να σκοτώσει τον φίλο του, τον προειδοποίησε να κρυφτεί.
Ο Δαβίδ ευχαρίστησε τον Ιωνάθαν, έφυγε και άρχισε να περιπλανιέται μέσα σε λαγκαδιές και σε βουνά. Ο Σαούλ έφριξε όταν έμαθε πως ο Δαβίδ του ξέφυγε.
Μετά από καιρό, όταν εχθροί επιτέθηκαν στους Ιουδαίους, ο Σαούλ και ο Ιωνάθαν σκοτώθηκαν σε μια μάχη στο βουνό Γελβουέ. Ο Δαβίδ, μόλις πληροφορήθηκε τον θάνατο του βασιλιά και του αγαπημένου του φίλου Ιωνάθαν, θρήνησε με πόνο αληθινό.
Αλίμονο, η δόξα σου, Ισραήλ, κονταροχτυπημένη πέθανε πάνω στους λόφους σου!
Εσείς βουνά πανέμορφα της Γελβουέ,
βροχή και χιόνι ας μην πέσει ποτέ να σας χαϊδέψει,
βουνά της Γελβουέ, τόποι των σκοτωμένων.
Ο Σαούλ και ο Ιωνάθαν, οι αγαπημένοι,
ενωμένοι στη ζωή και στον θάνατο.
Πιο γρήγοροι απ’ τους αετούς
και πιο γενναίοι απ’ τα λιοντάρια…
Πώς εβασίλεψεν η ομορφιά του Ιωνάθαν!
Λυπούμαι και θρηνώ για σένα, Ιωνάθαν αδελφέ μου,
που ‘σουν για μένα ο πιο ακριβός μου φίλος.

Βασ Α΄ 18, 1-4 και Βασ Β΄ 1, 17-27

Ιστορίες από την Καινή Διαθήκη

1. Ένας πατέρας γεμάτος αγάπη
(η παραβολή του Ασώτου ή του σπλαχνικού πατέρα)

Ένας πατέρας είχε δυο γιους που τους καμάρωνε, είχε κάμπους και περιβόλια πλούσια και κοπάδια πολλά. Ολόκληρη συντροφιά δούλων υπηρετούσανε τις ανάγκες του σπιτιού. Τα είχαν όλα, δεν έλειπε τίποτα.
Ώσπου μια μέρα, ξαφνικά, το ένα από τα παιδιά, το μικρότερο, παρουσιάστηκε στον πατέρα. «Θέλω να μου δώσεις το μερίδιο της περιουσίας που μου αναλογεί», του είπε. Ξαφνιασμένος ο πατέρας προσπαθεί να τον μεταπείσει: «Τι σου λείπει, παιδί μου; Τι είναι εκείνο που δε σου το προσφέρω;»
Η επιμονή του γιου ήταν απελπιστική. Είχε πάρει την απόφασή του. Το πατρικό του σπίτι έμοιαζε με φυλακή. Είχε γνωρίσει συντροφιές ελεύθερες. Με αυτές θα έφευγε μακριά, εκεί που δε θα μπορούσε να τον φτάσει η έγνοια κι ο έλεγχος του πατέρα του. Οι φίλοι του μιλούσαν αδιάκοπα για τα εξαίσια πράγματα των μακρινών τόπων.
Αδύνατο στάθηκε να τον πείσει ο πατέρας. Με πόνο βαθύ αναγκάστηκε να του δώσει το μερίδιό του. Εκείνος ξεπούλησε ό,τι του ανήκε, πήρε τα χρήματα και έφυγε βιαστικά χωρίς να αποχαιρετήσει κανέναν.
Στις πολιτείες που πήγε έζησε σπάταλα και παρασύρθηκε μακριά από κάθε τιμιότητα και αρετή. Ένα πρωί, όταν συνήλθε απ’ το μεθύσι του ανακάλυψε πως είχε ξοδέψει όλη του την περιουσία και ήταν πια σαν ένα έρημο σκυλί στον δρόμο. Κανείς πια δεν τον εμπιστευόταν και δεν τον ήθελε για φίλο. Ο καιρός περνούσε και ξέπεφτε όλο και περισσότερο. Έφτασε στο σημείο να βόσκει γουρούνια για να τρώει κι αυτός λίγη από την τροφή τους. Τότε ήρθε στον νου του ο πατέρας του και το πατρικό του σπίτι που εγκατέλειψε. «Ω να μπορούσα να γυρίσω πίσω», συλλογιζόταν. «Να πέσω στα πόδια του πατέρα μου και να του ζητήσω να με συγχωρήσει. Να μη με δεχτεί σαν παιδί του, μα σαν τον πιο τελευταίο υπηρέτη του, αφού δεν είμαι άξιος να λέγομαι γιος του». Σα να είχε φτερά στα πόδια έτρεξε πίσω στο σπίτι του.
Από μακριά είδε τον πατέρα του που στεκόταν σε ένα ύψωμα κοιτάζοντας τον δρόμο και προσμένοντας το χαμένο του παιδί. Έτρεξε κοντά του, έπεσε στα πόδια του και είπε: «Πατέρα μου, αμάρτησα σε σένα και στον ουρανό. Μα μετανιώνω. Πάρε με για δούλο σου, πατέρα». Ο πατέρας τον έσφιξε στην αγκαλιά του «παιδί μου» του φώναζε και τον φιλούσε κλαίγοντας. Ύστερα φώναξε στους υπηρέτες του: «βγάλτε του τα κουρελιασμένα ρούχα, λούστε τον και φορέστε του καθαρά ολόασπρα ρούχα, δώστε του το δαχτυλίδι μου να φορέσει στο χέρι του και σανδάλια στα πόδια του. Κι ύστερα σφάξτε το καλύτερο μοσχάρι να χαρούμε και να γιορτάσουμε. Γιατί το παιδί μου αυτό ήταν νεκρό και αναστήθηκε, ήταν χαμένο και βρέθηκε».
Κι έγινε χαρά μεγάλη στο σπίτι εκείνο κι η ευτυχία άπλωσε ξανά τα φτερά της και το σκέπασε.

Λκ 15, 11-24

2. Ο καλός ποιμένας

Ανάμεσα στα πλήθη που ακολουθούσαν τον Ιησού για να τον ακούσουν να μιλάει ήταν και οι αυστηροί Φαρισαίοι. Αυτοί σαν φανατικοί υποστηρικτές του Μωσαϊκού Νόμου που ήταν, δεν έβλεπαν με καλό μάτι ότι γύρω από τον Ιησού μαζεύονταν τελώνες και άλλοι άνθρωποι που δεν τηρούσαν τον Νόμο. Έλεγαν μεταξύ τους και κατηγορούσαν τον Ιησού: «Αυτός ο άνθρωπος κάθεται και τρώει με αμαρτωλούς». Τότε ο Ιησούς για να δείξει ότι ήρθε για όλους τους ανθρώπους και κυρίως για τους αμαρτωλούς είπε αυτή τη μικρή ιστορία.
Μια φορά ήταν ένας καλός βοσκός, που είχε εκατό πρόβατα. Μόλις κατάλαβε πως είχε χάσει ένα, άφησε τα ενενήντα και πήγε στο βουνό για να ψάξει το χαμένο πρόβατο. Όταν το βρήκε, το έβαλε χαρούμενος στους ώμους του και γύρισε σπίτι γεμάτος χαρά.
Χάρηκε πιο πολύ για αυτό που είχε ξεφύγει από το κοπάδι και το βρήκε παρά για τα υπόλοιπα που είχε αφήσει για να ψάξει. Γι αυτό προσκάλεσε τους φίλους του και τους γείτονες και τους είπε: «Χαρείτε μαζί μου, γιατί βρήκα το χαμένο μου πρόβατο».

Λκ 15, 1-6

Γκρεμίζοντας τους τοίχους…

Όσκαρ Ουάιλντ, Ο εγωιστής γίγαντας (διασκευή)

Γκρεμίζοντας τους τοίχους…

Όσκαρ Ουάιλντ, Ο εγωιστής γίγαντας (διασκευή)

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας γίγαντας που είχε ένα ωραίο σπίτι με υπέροχο κήπο. Στον κήπο υπήρχαν όλων των ειδών τα δέντρα, γεμάτα με γλυκύτατους καρπούς. Υπήρχαν επίσης πολλά λουλούδια με ευωδιαστά αρώματα και υπέροχα χρώματα. Όταν ο γίγαντας έλειπε τα παιδιά χαίρονταν πολύ να παίζουν στον κήπο του.
Ξαφνικά, ένα απόγευμα γύρισε ο γίγαντας μετά από πολύ καιρό απουσίας. Βλέποντας τα παιδιά μέσα στον αγαπημένο του κήπο, θύμωσε πάρα πολύ. Άρχισε να κουνάει τα χέρια του δυνατά και να φωνάζει: «Φύγετε γρήγορα από δω! Ο κήπος είναι δικός μου! Μόνο δικός μου!» Τα παιδιά τρόμαξαν πολύ και το έβαλαν στα πόδια. Ο γίγαντας, αφού έχτισε έναν τεράστιο τοίχο γύρω από τον κήπο του, κρέμασε και μια επιγραφή στην πόρτα που έλεγε; «Οι παραβάτες θα διώκονται». Έτσι τα παιδιά δεν μπορούσαν να παίξουν πια εκεί.
Ο καιρός περνούσε… Κι ήρθε ο χειμώνας κι έστρωσε παντού το λευκό του πέπλο. Η μόνη παρέα του γίγαντα ήταν ο βοριάς και το χαλάζι… Κι ο καιρός περνούσε… Κι ήρθε η άνοιξη, και όλα τα δέντρα άνθισαν και μοσχοβολούσαν, μα στον κήπο του γίγαντα κανένα δέντρο δεν έβγαζε λουλούδια … κανένα πουλάκι δεν έχτιζε εκεί τη φωλιά του … μόνο χιόνι και παγωνιά… Πέρασε η άνοιξη, ήρθε το καλοκαίρι… Όμως ο γίγαντας που κοιτούσε συνέχεια από το παράθυρό του, έβλεπε τον κήπο του ξερό και παγωμένο. Το ίδιο ένιωθε και την καρδιά του. Μόνη του συντροφιά είχε τη λύπη και τη μοναξιά.
Και ήταν έτσι για πολύ καιρό. Κλεισμένος στο ψηλό του σπίτι, δεν περίμενε πια τίποτα, όταν ξαφνικά ένα πρωί άκουσε ένα πουλί να κελαηδάει. Έτρεξε έκπληκτος στο παράθυρο να δει από πού ερχόταν αυτό το γλυκό κελάηδημα… και τι να δει; Από ένα μικρό άνοιγμα στον τοίχο τα παιδιά είχαν τρυπώσει μέσα και κάθονταν στα κλωνιά των δέντρων. Σε κάθε δέντρο που αντίκριζε υπήρχε και ένα μικρό παιδί. Και τα δέντρα χαίρονταν τόσο πολύ που είχαν μαζί τους πάλι τα παιδιά, ώστε σκεπάστηκαν με άνθη και αργοσάλευαν τα κλαδιά πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Τα πουλιά πετούσαν εδώ κι εκεί και τερέτιζαν ενθουσιασμένα, και τα λουλούδια πρόβαλαν απ’ το χορτάρι κοιτάζοντας χαμογελαστά.
Τότε ο γίγαντας, γεμάτος χαρά, έτρεξε στον κήπο φωνάζοντας: «Μα τι εγωιστής που ήμουν! Ο κήπος ανήκει και στα παιδιά. Χωρίς αυτά δεν υπάρχει ζωή, δεν υπάρχουν λουλούδια, δεν υπάρχει χαρά». Λέγοντας αυτά, άνοιξε διάπλατα τα χέρια του και αγκάλιασε τα παιδιά.
Εκείνη την ημέρα ο γίγαντας γκρέμισε τον τοίχο και από τότε έπαιζε μαζί με τα παιδιά τα πιο όμορφα παιχνίδια του κόσμου!